Χορὸς
781 μῦθον βούλομαι λέξαι τιν’ ὑμῖν , ὅν ποτ’ ἤκουσ’
782 αὐτὸς ἔτι παῖς ὤν .
785 οὕτως ἦν νεανίσκος Μελανίων τις ,
786 ὃς φεύγων γάμον ἀφίκετ’ ἐς ἐρημίαν ,
787 κἀν τοῖς ὄρεσιν ᾤκει ·
788 κᾆτ’ ἐλαγοθήρει
790 πλεξάμενος ἄρκυς ,
791 καὶ κύνα τιν’ εἶχεν ,
792 κοὐκέτι κατῆλθε πάλιν οἴκαδ’ ὑπὸ μίσους .
793 οὕτω τὰς γυναῖκας ἐβδελύχθη
795 ’κ’εῖνος , ἡμεῖς τ’ οὐδὲν ἧττον
796 τοῦ Μελανίωνος οἱ σώφρονες .
γέρων
797 βούλομαί σε γραῦ κύσαι
Γυνή
798 κρόμμυόν τἄρ’ οὐκ ἔδει .
γέρων
799 κἀνατείνας λακτίσαι .
Γυνή
800 τὴν λόχμην πολλὴν φορεῖς .
Χορὸς
801 καὶ Μυρωνίδης γὰρ ἦν
802 τραχὺς ἐντεῦθεν μελάμπυγός
803 τε τοῖς ἐχθροῖς ἅπασιν ,
804 ὥς δὲ καὶ Φορμίων .