Χορὸς
805 κἀγὼ βούλομαι μῦθόν τιν’ ὑμῖν ἀντιλέξαι
806 τῷ Μελανίωνι .
807 Τίμων ἦν ἀίδρυτός τις ἀβάτοισιν
810 ἐν σκώλοισι τὸ πρόσωπον περιειργμένος ,
811 Ἐρινύων ἀπορρώξ .
812 οὗτος οὖν Τίμων
813 [ ... ]
814 ᾤχεθ’ ὑπὸ μίσους
815 πολλὰ καταρασάμενος ἀνδράσι πονηροῖς .
816 οὕτω ’κεῖνος ὑμῶν ἀντεμίσει
817 τοὺς πονηροὺς ἄνδρας ἀεί ,
820 ταῖσι δὲ γυναιξὶν ἦν φίλτατος .
Γυνή
821 τὴν γνάθον βούλει θένω ;
γέρων
822 μηδαμῶς · ἔδεισά γε .
Γυνή
823 ἀλλὰ κρούσω τῷ σκέλει ;
γέρων
824 τὸν σάκανδρον ἐκφανεῖς .
Χορὸς
825 ἀλλ’ ὅμως ἂν οὐκ ἴδοις
826 καίπερ οὔσης γραὸς ὄντ’ αὐτὸν
827 κομήτην , ἀλλ’ ἀπεψιλωμένον
828 τῷ λύχνῳ .
Λυσιστράτη
829 ἰοὺ ἰοὺ γυναῖκες ἴτε δεῦρ’ ὡς ἐμὲ
830 ταχέως .
Γυνή
τί δ’ ἔστιν ; εἰπέ μοι τίς βοή ;
Λυσιστράτη
831 ἄνδρ’ ἄνδρ’ ὁρῶ προσιόντα παραπεπληγμένον ,
832 τοῖς τῆς Ἀφροδίτης ὀργίοις εἰλημμένον .
833 πότνια Κύπρου καὶ Κυθήρων καὶ Πάφου
834 μεδέουσ’ , ἴθ’ ὀρθὴν ἥνπερ ἔρχι τὴν ὁδόν .
Γυνή
835 ποῦ δ’ ἐστὶν ὅστις ἐστί ;
Λυσιστράτη
παρὰ τὸ τῆς Χλόης .