Λυσιστράτη
762 δαιμόνιαι παύσασθε τῶν τερατευμάτων .
763 ποθεῖτ’ ἴσως τοὺς ἄνδρας · ἡμᾶς δ’ οὐκ οἴει
764 ποθεῖν ἐκείνους ; ἀργαλέας γ’ εὖ οἶδ’ ὅτι
765 ἄγουσι νύκτας . ἀλλ’ ἀνάσχεσθ’ ὦγαθαί ,
766 καὶ προσταλαιπωρήσατ’ ἔτ’ ὀλίγον χρόνον ,
767 ὡς χρησμὸς ἡμῖν ἐστιν ἐπικρατεῖν , ἐὰν
768 μὴ στασιάσωμεν · ἔστι δ’ χρησμὸς οὑτοσί .
Γυνὴ
769 λέγ’ αὐτὸν ἡμῖν τι λέγει .
Λυσιστράτη
σιγᾶτε δή .
770 ἀλλ’ ὁπόταν πτήξωσι χελιδόνες εἰς ἕνα χῶρον ,
771 τοὺς ἔποπας φεύγουσαι , ἀπόσχωνταί τε φαλήτων ,
772 παῦλα κακῶν ἔσται , τὰ δ’ ὑπέρτερα νέρτερα θήσει
773 Ζεὺς ὑψιβρεμέτης
Γυνὴ
ἐπάνω κατακεισόμεθ’ ἡμεῖς ;
Λυσιστράτη
774 ἢν δὲ διαστῶσιν καὶ ἀναπτῶνται πτερύγεσσιν
775 ἐξ ἱεροῦ ναοῖο χελιδόνες , οὐκέτι δόξει
776 ὄρνεον οὐδ’ ὁτιοῦν καταπυγωνέστερον εἶναι .
Γυνὴ
777 σαφής γ’ χρησμὸς νὴ Δί’ .
Λυσιστράτη
πάντες θεοί ,
778 μή νυν ἀπείπωμεν ταλαιπωρούμεναι ,
779 ἀλλ’ εἰσίωμεν . καὶ γὰρ αἰσχρὸν τουτογὶ
780 φίλταται , τὸν χρησμὸν εἰ προδώσομεν .