Λυσιστράτη
749 μὰ τὴν Ἀφροδίτην οὐ σύ γ’ , ἀλλ’ χαλκίον
750 ἔχειν τι φαίνει κοῖλον · εἴσομαι δ’ ἐγώ .
751 καταγέλαστ’ ἔχουσα τὴν ἱερὰν κυνῆν
752 κυεῖν ἔφασκες ;
Γυνὴ
καὶ κυῶ γε νὴ Δία .
Λυσιστράτη
753 τί δῆτα ταύτην εἶχες ;
Γυνὴ
ἵνα μ’ εἰ καταλάβοι
754 τόκος ἔτ’ ἐν πόλει , τέκοιμ’ ἐς τὴν κυνῆν
755 ἐσβᾶσα ταύτην , ὥσπερ αἱ περιστεραί .
Λυσιστράτη
756 τί λέγεις ; προφασίζει · περιφανῆ τὰ πράγματα .
757 οὐ τἀμφιδρόμια τῆς κυνῆς αὐτοῦ μενεῖς ;
Γυνὴ
758 ἀλλ’ οὐ δύναμαι ’γωγ’ οὐδὲ κοιμᾶσθ’ ἐν πόλει ,
759 ἐξ οὗ τὸν ὄφιν εἶδον τὸν οἰκουρόν ποτε .
760 ἐγὼ δ’ ὑπὸ τῶν γλαυκῶν γε τάλαιν’ ἀπόλλυμαι
761 ταῖς ἀγρυπνίαισι κακκαβαζουσῶν ἀεί .