Λυσιστράτη
731 οὐκ εἶ πάλιν ;
Γυνὴ
ἀλλ’ ἥξω ταχέως νὴ τὼ θεὼ
732 ὅσον διαπετάσασ’ ἐπὶ τῆς κλίνης μόνον .
Λυσιστράτη
733 μὴ διαπετάννυ , μηδ’ ἀπέλθῃς μηδαμῇ .
Γυνὴ
734 ἀλλ’ ἐῶ ’πολέσθαι τἄρι’ ;
Λυσιστράτη
ἢν τούτου δέῃ .
Γυνὴ
735 τάλαιν’ ἐγώ , τάλαινα τῆς Ἀμοργίδος ,
736 ἣν ἄλοπον οἴκοι καταλέλοιφ’ .
Λυσιστράτη
αὕθἠτέρα
737 ἐπὶ τὴν Ἄμοργιν τὴν ἄλοπον ἐξέρχεται .
738 χώρει πάλιν δεῦρ’ .
Γυνὴ
ἀλλὰ νὴ τὴν Φωσφόρον
739 ἔγωγ’ ἀποδείρασ’ αὐτίκα μάλ’ ἀνέρχομαι .
Λυσιστράτη
740 μή μἀποδείρῃς . ἢν γὰρ ἄρξῃς τοῦτο σύ ,
741 ἑτέρα γυνὴ ταὐτὸν ποιεῖν βουλήσεται .
Γυνὴ
742 πότνι’ Εἰλείθυι’ ἐπίσχες τοῦ τόκου ,
743 ἕως ἂν εἰς ὅσιον μόλω ’γὼ χωρίον .
Λυσιστράτη
744 τί ταῦτα ληρεῖς ;
Γυνὴ
αὐτίκα μάλα τέξομαι .
Λυσιστράτη
745 ἀλλ’ οὐκ ἐκύεις σύ γ’ ἐχθές .
Γυνὴ
ἀλλὰ τήμερον .
746 ἀλλ’ οἴκαδέ μ’ ὡς τὴν μαῖαν Λυσιστράτη
747 ἀπόπεμψον ὡς τάχιστα .
Λυσιστράτη
τίνα λόγον λέγεις ;
748 τί τοῦτ’ ἔχεις τὸ σκληρόν ;
Γυνὴ
ἄρρεν παιδίον .