Πρόβουλος
403 νὴ τὸν Ποσειδῶ τὸν ἁλυκὸν δίκαιά γε .
404 ὅταν γὰρ αὐτοὶ ξυμπονηρευώμεθα
405 ταῖσιν γυναιξὶ καὶ διδάσκωμεν τρυφᾶν ,
406 τοιαῦτ’ ἀπ’ αὐτῶν βλαστάνει βουλεύματα .
407 οἳ λέγομεν ἐν τῶν δημιουργῶν τοιαδί ·
408 " χρυσοχόε τὸν ορμον ὃν ἐπεσκεύασας , "
409 " ὀρχουμένης μου τῆς γυναικὸς ἑσπέρας "
410 " βάλανος ἐκπέπτωκεν ἐκ τοῦ τρήματος . "
411 " ἐμοὶ μὲν οὖν ἔστ’ ἐς Σαλαμῖνα πλευστέα · "
412 " σὺ δ’ ἢν σχολάσῃς , πάσῃ τέχνῃ πρὸς ἑσπέραν "
413 " ἐλθὼν ἐκείνῃ τὴν βάλανον ἐνάρμοσον . "
414 ἕτερος δέ τις πρὸς σκυτοτόμον ταδὶ λέγει
415 νεανίαν καὶ πέος ἔχοντ’ οὐ παιδικόν ·
416 " σκυτοτόμε μου τῆς γυναικὸς τοῦ ποδὸς "
417 " τὸ δακτυλίδιον ξυμπιέζει τὸ ζυγὸν "
418 " ἅθ’ ἁπαλὸν ὄν · τοῦτ’ οὖν σὺ τῆς μεσημβρίας "
419 " ἐλθὼν χάλασον , ὅπως ἂν εὐρυτέρως ἔχῃ . "
420 τοιαῦτ’ ἀπήντηκ’ ἐς τοιαυτὶ πράγματα ,
421 ὅτε γ’ ὢν ἐγὼ πρόβουλος , ἐκπορίσας ὅπως
422 κωπῆς ἔσονται , τἀργυρίου νυνὶ δέον ,
423 ὑπὸ τῶν γυναικῶν ἀποκέκλῃμαι ταῖς πύλαις .
424 ἀλλ’ οὐδὲν ἔργον ἑστάναι . φέρε τοὺς μοχλούς ,
425 ὅπως ἂν αὐτὰς τῆς ὕβρεως ἐγὼ σχέθω .
426 τί κέχηνας δύστηνε ; ποῖ δ’ αὖ σὺ βλέπεις ,
427 οὐδὲν ποιῶν ἀλλ’ καπηλεῖον σκοπῶν ;
428 οὐχ ὑποβαλόντες τοὺς μοχλοὺς ὑπὸ τὰς πύλας
429 ἐντεῦθεν ἐκμοχλεύσετ’ ; ἐνθενδὶ δ’ ἐγὼ