Πρόβουλος
430 ξυνεκμοχλεύσω .
Λυσιστράτη
μηδὲν ἐκμοχλεύετε ·
431 ἐξέρχομαι γὰρ αὐτομάτη . τί δεῖ μοχλῶν ;
432 οὐ γὰρ μοχλῶν δεῖ μᾶλλον νοῦ καὶ φρενῶν .
Πρόβουλος
433 ἄληθες μιαρὰ σύ ; ποῦ ’σθ’ τοξότης ;
434 ξυλλάμβαν’ αὐτὴν κὠπίσω τὼ χεῖρε δεῖ .
Λυσιστράτη
435 εἴ τἄρα νὴ τὴν Ἄρτεμιν τὴν χεῖρά μοι
436 ἄκραν προσοίσει δημόσιος ὤν , κλαύσεται .
Πρόβουλος
437 ἔδεισας οὗτος ; οὐ ξυναρπάσει μέσην
438 καὶ σὺ μετὰ τούτου κἀνύσαντε δήσετον ;
Γυνὴ
439 εἴ τἄρα νὴ τὴν Πάνδροσον ταύτῃ μόνον
440 τὴν χεῖρ’ ἐπιβαλεῖς , ἐπιχεσεῖ πατούμενος .
Πρόβουλος
441 ἰδού γ’ἐπιχεσεῖ . ποῦ ’στιν ἕτερος τοξότης ;
442 ταύτην προτέραν ξύνδησον , ὁτιὴ καὶ λαλεῖ .
Γυνὴ
443 εἴ τἄρα νὴ τὴν Φωσφόρον τὴν χεῖρ’ ἄκραν
444 ταύτῃ προσοίσεις , κύαθον αἰτήσεις τάχα .
Πρόβουλος
445 τουτὶ τί ἦν ; ποῦ τοξότης ; ταύτης ἔχου .
446 παύσω τιν’ ὑμῶν τῆσδ’ ἐγὼ τῆς ἐξόδου .
Γυνὴ
447 εἴ τἄρα νὴ τὴν Ταυροπόλον ταύτῃ πρόσει ,
448 ἐκκοκκιῶ σου τὰς στενοκωκύτους τρίχας .
Πρόβουλος
449 οἴμοι κακοδαίμων · ἐπιλέλοιφ’ τοξότης .
450 ἀτὰρ οὐ γυναικῶν οὐδέποτ’ ἔσθ’ ἡττητέα
451 ἡμῖν · ὁμόσε χωρῶμεν αὐταῖς Σκύθαι