Χορὸς
254 χώρει Δράκης , ἡγοῦ βάδην , εἰ καὶ τὸν ὦμον ἀλγεῖς
255 κορμοῦ τοσουτονὶ βάρος χλωρᾶς φέρων ἐλάας .
256 πόλλ’ ἄελπτ’ ἔνεστιν ἐν τῷ μακρῷ βίῳ φεῦ ,
259 ἐπεὶ τίς ἄν ποτ’ ἤλπισ’ Στρυμόδωρ’ ἀκοῦσαι
260 γυναῖκας , ἃς ἐβόσκομεν
261 κατ’ οἶκον ἐμφανὲς κακόν ,
262 κατὰ μὲν ἅγιον ἔχειν βρέτας ,
263 κατὰ δ’ ἀκρόπολιν ἐμὰν λαβεῖν
264 μοχλοῖς δὲ καὶ κλῄθροισι
265 τὰ προπύλαια πακτοῦν ;
266 ἀλλ’ ὡς τάχιστα πρὸς πόλιν σπεύσωμεν Φιλοῦργε ,
267 ὅπως ἄν , αὐταῖς ἐν κύκλῳ θέντες τὰ πρέμνα ταυτί ,
268 ὅσαι τὸ πρᾶγμα τοῦτ’ ἐνεστήσαντο καὶ μετῆλθον ,
269 μίαν πυρὰν νήσαντες ἐμπρήσωμεν αὐτόχειρες
270 πάσας , ὑπὸ ψήφου μιᾶς , πρώτην δὲ τὴν Λύκωνος .
273 οὐ γὰρ μὰ τὴν Δήμητρ’ ἐμοῦ ζῶντος ἐγχανοῦνται ·
274 ἐπεὶ οὐδὲ Κλεομένης , ὃς αὐτὴν κατέσχε πρῶτος ,
275 ἀπῆθεν ἀψάλακτος , ἀλλ’
276 ὅμως Λακωνικὸν πνέων
277 ᾤχετο θὤπλα παραδοὺς ἐμοί ,
278 σμικρὸν ἔχων πάνυ τριβώνιον ,
279 πινῶν ῥυπῶν ἀπαράτιλτος ,
280 ἓξ ἐτῶν ἄλουτος .
281 οὕτως ἐπολιόρκησ’ ἐγὼ τὸν ἄνδρ’ ἐκεῖνον ὠμῶς
282 ἐφ’ ἑπτακαίδεκ’ ἀσπίδων πρὸς ταῖς πύλαις καθεύδων .
283 τασδὶ δὲ τὰς Εὐριπίδῃ θεοῖς τε πᾶσιν ἐχθρὰς
284 ἐγὼ οὐκ ἄρα σχήσω παρὼν τολμήματος τοσούτου ;
285 μή νυν ἔτ’ ἐν τῇ τετραπόλει τοὐμὸν τροπαῖον εἴη .
286 ἀλλ’ αὐτὸ γάρ μοι τῆς ὁδοῦ
287 λοιπόν ἐστι χωρίον
288 τὸ πρὸς πόλιν τὸ σιμόν , οἷ σπουδὴν ἔχω ·
289 χὤπως ποτ’ ἐξαμπρεύσομεν
290 τοῦτ’ ἄνευ κανθηλίου .
291 ὡς ἐμοῦ γε τὼ ξύλω τὸν ὦμον ἐξιπώκατον ·
292 ἀλλ’ ὅμως βαδιστέον ,
293 καὶ τὸ πῦρ φυσητέον ,
294 μή μ’ ἀποσβεσθὲν λάθῃ πρὸς τῇ τελευτῇ τῆς ὁδοῦ .
295 φῦ φῦ .
295a ἰοὺ ἰοὺ τοῦ καπνοῦ .
296 ὡς δεινὸν ὦναξ Ἡράκλεις
297 προσπεσόν μ’ ἐκ τῆς χύτρας
298 ὥσπερ κύων λυττῶσα τὠφθαλμὼ δάκνει ·
299 κἄστιν γε Λήμνιον τὸ πῦρ
300 τοῦτο πάσῃ μηχανῇ .
301 οὐ γὰρ ἄν ποθ’ ὧδ’ ὀδὰξ ἔβρυκε τὰς λήμας ἐμοῦ .
302 σπεῦδε πρόσθεν ἐς πόλιν
303 καὶ βοήθει τῇ θεῷ .
304 πότ’ αὐτῇ μᾶλλον νῦν Λάχης ἀρήξομεν ;
305 φῦ φῦ .
305a ἰοὺ ἰοὺ τοῦ καπνοῦ .
306 τουτὶ τὸ πῦρ ἐγρήγορεν θεῶν ἕκατι καὶ ζῇ .
307 οὔκουν ἄν , εἰ τὼ μὲν ξύλω θείμεσθα πρῶτον αὐτοῦ ,
308 τῆς ἀμπέλου δ’ ἐς τὴν χύτραν τὸν φανὸν ἐγκαθέντες
309 ἅψαντες εἶτ’ ἐς τὴν θύραν κριηδὸν ἐμπέσοιμεν ;
310 κἂν μὴ καλούντων τοὺς μοχλοὺς χαλῶσιν αἱ γυναῖκες ,
311 ἐμπιμπράναι χρὴ τὰς θύρας καὶ τῷ καπνῷ πιέζειν .
312 θώμεσθα δὴ τὸ φορτίον . φεῦ τοῦ καπνοῦ βαβαιάξ .
313 τίς ξυλλάβοιτ’ ἂν τοῦ ξύλου τῶν ἐν Σάμῳ στρατη γῶν ;
314 ταυτὶ μὲν ἤδη τὴν ῥάχιν θλίβοντά μου πέπαυται .
315 σὸν δ’ ἔργον ἐστὶν χύτρα τὸν ἄνθρακ’ ἐξεγείρειν ,
316 τὴν λαμπάδ’ ἡμμένην ὅπως πρώτιστ’ ἐμοὶ προσοίσεις .
317 δέσποινα Νίκη ξυγγενοῦ τῶν τ’ ἐν πόλει γυναικῶν
318 τοῦ νῦν παρεστῶτος θράσους θέσθαι τροπαῖον ἡμᾶς .