Χορὸς
319 λιγνὺν δοκῶ μοι καθορᾶν καὶ καπνὸν γυναῖκες
320 ὥσπερ πυρὸς καομένου · σπευστέον ἐστὶ θᾶττον .
321 πέτου πέτου Νικοδίκη ,
322 πρὶν ἐμπεπρῆσθαι Καλύκην
323 τε καὶ Κρίτυλλαν περιφυσήτω
324 ὑπό τε νόμων ἀργαλέων
325 ὑπό τε γερόντων ὀλέθρων .
326 ἀλλὰ φοβοῦμαι τόδε , μῶν ὑστερόπους βοηθῶ .
327 νῦν δὴ γὰρ ἐμπλησαμένη τὴν ὑδρίαν κνεφαία
328 μόλις ἀπὸ κρήνης ὑπ’ ὄχλου καὶ θορύβου καὶ πατάγου
329 χυτρείου ,
330 δούλαισιν ὠστιζομένη
330a [ ... ]
331 στιγματίαις θ’ , ἁρπαλέως
332 ἀραμένη ταῖσιν ἐμαῖς
333 δημότισιν καομέναις
334 φέρουσ’ ὕδωρ βοηθῶ .
335 ἤκουσα γὰρ τυφογέροντας
336 ἄνδρας ἔρρειν , στελέχη
337 φέροντας ὥσπερ βαλανεύσοντας
338 ἐς πόλιν ὡς τριτάλαντον βάρος ,
339 δεινότατ’ ἀπειλοῦντας ἐπῶν
340 ὡς πυρὶ χρὴ τὰς μυσαρὰς γυναῖκας ἀνθρακεύειν ·
341 ἃς θεὰ μή ποτ’ ἐγὼ πιμπραμένας ἴδοιμι ,
342 ἀλλὰ πολέμου καὶ μανιῶν ῥυσαμένας Ἑλλάδα καὶ
343 πολίτας ,
344 ἐφ’ οἷσπερ χρυσολόφα
345 πολιοῦχε σὰς ἔσχον ἕδρας .
346 καί σε καλῶ ξύμμαχον
347 Τριτογένει’ , εἴ τις ἐκείνας
348 ὑποπίμπρησιν ἀνήρ ,
349 φέρειν ὕδωρ μεθ’ ἡμῶν .
350 ἔασον . τουτὶ τί ἦν ; ὦνδρες πόνῳ πόνηροι ·
351 οὐ γάρ ποτ’ ἂν χρηστοί γ’ ἔδρων οὐδ’ εὐσεβεῖς τάδ’ ἄνδρες .