Ἡρακλῆς
1157 σὺ δ’ οὖν ἄκουε τοὔργον · ἐξήκεις δ’ ἵνα
1158 φανεῖς ὁποῖος ὢν ἀνὴρ ἐμὸς καλεῖ .
1159 ἐμοὶ γὰρ ἦν πρόφαντον ἐκ πατρὸς πάλαι ,
1160 τῶν ἐμπνεόντων μηδενὸς θανεῖν ὕπο ,
1161 ἀλλ’ ὅστις Ἅιδου φθίμενος οἰκήτωρ πέλοι .
1162 ὅδ’ οὖν θὴρ Κένταυρος , ὡς τὸ θεῖον ἦν
1163 πρόφαντον , οὕτω ζῶντά μ’ ἔκτεινεν θανών .
1164 φανῶ δ’ ἐγὼ τούτοισι συμβαίνοντ’ ἴσα
1165 μαντεῖα καινά , τοῖς πάλαι ξυνήγορα ,
1166 τῶν ὀρείων καὶ χαμαικοιτῶν ἐγὼ
1167 Σελλῶν ἐσελθὼν ἄλσος εἰσεγραψάμην
1168 πρὸς τῆς πατρῴας καὶ πολυγλώσσου δρυός ,
1169 μοι χρόνῳ τῷ ζῶντι καὶ παρόντι νῦν
1170 ἔφασκε μόχθων τῶν ἐφεστώτων ἐμοὶ
1171 λύσιν τελεῖσθαι · κἀδόκουν πράξειν καλῶς .
1172 τὸ δ’ ἦν ἄρ’ οὐδὲν ἄλλο πλὴν θανεῖν ἐμέ .
1173 τοῖς γὰρ θανοῦσι μόχθος οὐ προσγίγνεται .
1174 ταῦτ’ οὖν ἐπειδὴ λαμπρὰ συμβαίνει , τέκνον ,
1175 δεῖ σ’ αὖ γενέσθαι τῷδε τἀνδρὶ σύμμαχον
1176 καὶ μὴ ’πιμεῖναι τοὐμὸν ὀξῦναι στόμα ,
1177 ἀλλ’ αὐτὸν εἰκαθόντα συμπράσσειν , νόμον
1178 κάλλιστον ἐξευρόντα , πειθαρχεῖν πατρί .
Ὕλλος
1179 ἀλλ’ , πάτερ , ταρβῶ μὲν εἰς λόγου στάσιν
1180 τοιάνδ’ ἐπελθών , πείσομαι δ’ σοι δοκεῖ .