Ὕλλος
1134 κἂν σοῦ στραφείη θυμός , εἰ τὸ πᾶν μάθοις .
Ἡρακλῆς
1135 δεινοῦ λόγου κατῆρξας · εἰπὲ δ’ νοεῖς .
Ὕλλος
1136 ἅπαν τὸ χρῆμ’ , ἥμαρτε χρηστὰ μωμένη .
Ἡρακλῆς
1137 χρήστ’ , κάκιστε , πατέρα σὸν κτείνασα δρᾷ ;
Ὕλλος
1138 στέργημα γὰρ δοκοῦσα προσβαλεῖν σέθεν
1139 ἀπήμπλαχ’ , ὡς προσεῖδε τοὺς ἔνδον γάμους .
Ἡρακλῆς
1140 καὶ τίς τοσοῦτος φαρμακεὺς Τραχινίων ;
Ὕλλος
1141 Νέσσος πάλαι Κένταυρος ἐξέπεισέ νιν
1142 τοιῷδε φίλτρῳ τὸν σὸν ἐκμῆναι πόθον .
Ἡρακλῆς
1143 ἰοὺ ἰοὺ δύστηνος , οἴχομαι τάλας ·
1144 ὄλωλ’ ὄλωλα , φέγγος οὐκέτ’ ἔστι μοι .
1145 οἴμοι , φρονῶ δὴ ξυμφορᾶς ἵν’ ἕσταμεν .
1146 ἴθ’ , τέκνον , πατὴρ γὰρ οὐκέτ’ ἔστι σοι ·
1147 κάλει τὸ πᾶν μοι σπέρμα σῶν ὁμαιμόνων ,
1148 κάλει δὲ τὴν τάλαιναν Ἀλκμήνην , Διὸς
1149 μάτην ἄκοιτιν , ὡς τελευταίαν ἐμοῦ
1150 φήμην πύθησθε θεσφάτων ὅσ’ οἶδ’ ἐγώ .
Ὕλλος
1151 ἀλλ’ οὔτε μήτηρ ἐνθάδ’ , ἀλλ’ ἐπακτίᾳ
1152 Τίρυνθι συμβέβηκεν ὥστ’ ἔχειν ἕδραν .
1153 παίδων δὲ τοὺς μὲν ξυλλαβοῦσ’ αὐτὴ τρέφει ,
1154 τοὺς δ’ ἂν τὸ Θήβης ἄστυ ναίοντας μάθοις ·
1155 ἡμεῖς δ’ ὅσοι πάρεσμεν , εἴ τι χρή , πάτερ ,
1156 πράσσειν , κλύοντες ἐξυπηρετήσομεν .