Ἡρακλῆς
1181 ἔμβαλλε χεῖρα δεξιὰν πρώτιστά μοι ·
Ὕλλος
1182 ὡς πρὸς τί πίστιν τήνδ’ ἄγαν ἐπιστρέφεις ;
Ἡρακλῆς
1183 οὐ θᾶσσον οἴσεις μηδ’ ἀπιστήσεις ἐμοί ;
Ὕλλος
1184 ἰδοὺ προτείνω , κοὐδὲν ἀντειρήσεται .
Ἡρακλῆς
1185 ὄμνυ Διός νυν τοῦ με φύσαντος κάρα ,
Ὕλλος
1186 μὴν τί δράσειν ; καὶ τόδ’ ἐξειρήσεται ;
Ἡρακλῆς
1187 μὴν ἐμοὶ τὸ λεχθὲν ἔργον ἐκτελεῖν .
Ὕλλος
1188 ὄμνυμ’ ἔγωγε , Ζῆν’ ἔχων ἐπώμοτον .
Ἡρακλῆς
1189 εἰ δ’ ἐκτὸς ἔλθοις , πημονὰς εὔχου λαβεῖν .
Ὕλλος
1190 οὐ μὴ λάβω · δράσω γάρ · εὔχομαι δ’ ὅμως ·
Ἡρακλῆς
1191 οἶσθ’ οὖν τὸν Οἴτης Ζηνὸς ὕψιστον πάγον ;
Ὕλλος
1192 οἶδ’ , ὡς θυτήρ γε πολλὰ δὴ σταθεὶς ἄνω .
Ἡρακλῆς
1193 ἐνταῦθά νυν χρὴ τοὐμὸν ἐξάραντά σε
1194 σῶμ’ αὐτόχειρα καὶ ξὺν οἷς χρῄζεις φίλων .
1195 πολλὴν μὲν ὕλην τῆς βαθυρρίζου δρυὸς
1196 κείραντα , πολλὸν δ’ ἄρσεν’ ἐκτεμόνθ’ ὁμοῦ
1197 ἄγριον ἔλαιον , σῶμα τοὐμὸν ἐμβαλεῖν ,
1198 καὶ πευκίνης λαβόντα λαμπάδος σέλας
1199 πρῆσαι . γόου δὲ μηδὲν εἰσίτω δάκρυ ,
1200 ἀλλ’ ἀστένακτος κἀδάκρυτος , εἴπερ εἶ
1201 τοῦδ’ ἀνδρός , ἔρξον · εἰ δὲ μή , μενῶ σ’ ἐγὼ
1202 καὶ νέρθεν ὢν ἀραῖος εἰσαεὶ βαρύς .