Χορός
947 πότερα πρότερον ἐπιστένω ,
948 πότερα μέλεα περαιτέρω ,
949 δύσκριτ’ ἔμοιγε δυστάνῳ .
950 τάδε μὲν ἔχομεν ὁρᾶν δόμοις ,
951 τάδε δὲ μένομεν ἐπ’ ἐλπίσιν ·
952 κοινὰ δ’ ἔχειν τε καὶ μέλλειν .
953 εἴθ’ ἀνεμόεσσά τις
955 γένοιτ’ ἔπουρος ἑστιῶτις αὔρα ,
956 ἥτις μ’ ἀποικίσειεν ἐκ τόπων , ὅπως
957 τὸν Δῖον ἄλκιμον γόνον
960 μὴ ταρβαλέα θάνοιμι
961 μοῦνον εἰσιδοῦσ’ ἄφαρ ·
962 ἐπεὶ ἐν δυσαπαλλάκτοις ὀδύναις
963 χωρεῖν πρὸ δόμων λέγουσιν
964 ἄσπετόν τι θαῦμα .
965 ἀγχοῦ δ’ ἄρα κοὐ μακρὰν
966 προύκλαιον , ὀξύφωνος ὡς ἀηδών .
967 ξένων γὰρ ἐξόμιλος ἥδε τις βάσις .
968 πᾷ δ’ αὖ φορεῖ νιν ; ὡς φίλου
969 προκηδομένα βαρεῖαν
969a ἄψοφον φέρει βάσιν .
970 αἰαῖ , ὅδ’ ἀναύδατος φέρεται .
970a τί χρὴ θανόντα νιν καθ’
971 ὕπνον ὄντα κρῖναι ;
Ὕλλος
972 οἴμοι ἐγὼ σοῦ ,
973 πάτερ , οἴμοι ἐγὼ σοῦ μέλεος .
974 τί πάθω ; τί δὲ μήσομαι ; οἴμοι .
Πρέσβυς
975 σίγα , τέκνον , μὴ κινήσῃς
976 ἀγρίαν ὀδύνην πατρὸς ὠμόφρονος ·
977 ζῇ γὰρ προπετής · ἀλλ’ ἴσχε δακὼν στόμα σόν .
Ὕλλος
978 πῶς φής , γέρον ; ζῇ ;