Πρέσβυς
979 οὐ μὴ ’ξεγερεῖς τὸν ὕπνῳ κάτοχον
979a κἀκκινήσεις κἀναστήσεις
980 φοιτάδα δεινὴν νόσον , τέκνον .
Ὕλλος
981 ἀλλ’ ἐπί μοι μελέῳ
982 βάρος ἄπλετον · ἐμμέμονεν φρήν .
Ἡρακλῆς
983 Ζεῦ ,
984 ποῖ γᾶς ἥκω ; παρὰ τοῖσι βροτῶν
985 κεῖμαι πεπονημένος ἀλλήκτοις
986 ὀδύναις ; οἴμοι μοι ἐγὼ τλάμων ·
987 δ’ αὖ μιαρὰ βρύκει . φεῦ .
Πρέσβυς
988 ἆρ’ ἐξῄδη σ’ ὅσον ἦν κέρδος
989 σιγῇ κεύθειν καὶ μὴ σκεδάσαι
990 τῷδ’ ἀπὸ κρατὸς βλεφάρων θ’ ὕπνον ;
Ὕλλος
991 οὐ γὰρ ἔχω πῶς ἂν
992 στέρξαιμι κακὸν τόδε λεύσσων .