Τροφός
899 δεινῶς γε · πεύσει δ’ , ὥστε μαρτυρεῖν ἐμοί .
900 ἐπεὶ γὰρ ἦλθε δωμάτων εἴσω μόνη
901 καὶ παῖδ’ ἐν αὐλαῖς εἶδε κοῖλα δέμνια
902 στορνύνθ’ , ὅπως ἄψορρον ἀντῴη πατρί ,
903 κρύψασ’ ἑαυτὴν ἔνθα μή τις εἰσίδοι ,
904 βρυχᾶτο μὲν βωμοῖσι προσπίπτουσ’ ὅτι
905 γένοιντ’ ἔρημοι , ’κλαιε δ’ ὀργάνων ὅτου
906 ψαύσειεν οἷς ἐχρῆτο δειλαία πάρος ·
907 ἄλλῃ δὲ κἄλλῃ δωμάτων στρωφωμένη ,
908 εἴ του φίλων βλέψειεν οἰκετῶν δέμας ,
909 ἔκλαιεν δύστηνος εἰσορωμένη ,
910 αὐτὴ τὸν αὑτῆς δαίμον’ ἀνακαλουμένη
911 καὶ τὰς ἄπαιδας ἐς τὸ λοιπὸν οὐσίας .
912 ἐπεὶ δὲ τῶνδ’ ἔληξεν , ἐξαίφνης σφ’ ὁρῶ
913 τὸν Ἡράκλειον θάλαμον εἰσορμωμένην .
914 κἀγὼ λαθραῖον ὄμμ’ ἐπεσκιασμένη
915 φρούρουν · ὁρῶ δὲ τὴν γυναῖκα δεμνίοις
916 τοῖς Ἡρακλείοις στρωτὰ βάλλουσαν φάρη .
917 ὅπως δ’ ἐτέλεσε τοῦτ’ , ἐπενθοροῦσ’ ἄνω
918 καθέζετ’ ἐν μέσοισιν εὐνατηρίοις ,
919 καὶ δακρύων ῥήξασα θερμὰ νάματα
920 ἔλεξεν · λέχη τε καὶ νυμφεῖ’ ἐμά ,
921 τὸ λοιπὸν ἤδη χαίρεθ’ , ὡς ἔμ’ οὔποτε
922 δέξεσθ’ ἔτ’ ἐν κοίταισι ταῖσδ’ εὐνάτριαν .
923 τοσαῦτα φωνήσασα συντόνῳ χερὶ
924 λύει τὸν αὑτῆς πέπλον , χρυσήλατος
925 προύκειτο μαστῶν περονίς , ἐκ δ’ ἐλώπισεν
926 πλευρὰν ἅπασαν ὠλένην τ’ εὐώνυμον .
927 κἀγὼ δρομαία βᾶσ’ , ὅσονπερ ἔσθενον ,
928 τῷ παιδὶ φράζω τῆς τεχνωμένης τάδε .
929 κἀν τὸ κεῖσε δεῦρό τ’ ἐξορμώμεθα ,
930 ὁρῶμεν αὐτὴν ἀμφιπλῆγι φασγάνῳ
931 πλευρὰν ὑφ’ ἧπαρ καὶ φρένας πεπληγμένην .
932 ἰδὼν δ’ παῖς ᾤμωξεν · ἔγνω γὰρ τάλας
933 τοὔργον κατ’ ὀργὴν ὡς ἐφάψειεν τόδε ,
934 ὄψ’ ἐκδιδαχθεὶς τῶν κατ’ οἶκον οὕνεκα
935 ἄκουσα πρὸς τοῦ θηρὸς ἔρξειεν τάδε .
936 κἀνταῦθ’ παῖς δύστηνος οὔτ’ ὀδυρμάτων
937 ἐλείπετ’ οὐδέν , ἀμφί νιν γοώμενος ,
938 οὔτ’ ἀμφιπίπτων στόμασιν , ἀλλὰ πλευρόθεν
939 πλευρὰν παρεὶς ἔκειτο πόλλ’ ἀναστένων ,
940 ὥς νιν ματαίως αἰτίᾳ βάλοι κακῇ ,
941 κλαίων ὁθούνεκ’ ἐκ δυοῖν ἔσοιθ’ ἅμα ,
942 πατρός τ’ ἐκείνης τ’ , ὠρφανισμένος βίον .
943 τοιαῦτα τἀνθάδ’ ἐστίν · ὥστ’ εἴ τις δύο
944 καί τι πλείους ἡμέρας λογίζεται ,
945 μάταιός ἐστιν · οὐ γὰρ ἔσθ’ γ’ αὔριον ,
946 πρὶν εὖ πάθῃ τις τὴν παροῦσαν ἡμέραν .