Ὀδυσσεύς
1253 οὔ τἄρα Τρωσίν , ἀλλὰ σοὶ μαχούμεθα .
Νεοπτόλεμος
1254 ἴτω τὸ μέλλον .
Ὀδυσσεύς
χεῖρα δεξιὰν ὁρᾷς
1255 κώπης ἐπιψαύουσαν ;
Νεοπτόλεμος
ἀλλὰ κἀμέ τοι
1256 ταὐτὸν τόδ’ ὄψει δρῶντα κοὐ μέλλοντ’ ἔτι .
Ὀδυσσεύς
1257 καίτοι σ’ ἐάσω · τῷ δὲ σύμπαντι στρατῷ
1258 λέξω τάδ’ ἐλθών , ὅς σε τιμωρήσεται .
Νεοπτόλεμος
1259 ἐσωφρόνησας · κἂν τὰ λοίφ’ οὕτω φρονῇς ,
1260 ἴσως ἂν ἐκτὸς κλαυμάτων ἔχοις πόδα .
1261 σὺ δ’ , Ποίαντος παῖ , Φιλοκτήτην λέγω ,
1262 ἔξελθ’ , ἀμείψας τάσδε πετρήρεις στέγας .
Φιλοκτήτης
1263 τίς αὖ παρ’ ἄντροις θόρυβος ἵσταται βοῆς ;
1264 τί μ’ ἐκκαλεῖσθε ; τοῦ κεχρημένοι , ξένοι ;
1265 ὤμοι · κακὸν τὸ χρῆμα . μῶν τί μοι νέα
1266 πάρεστε πρὸς κακοῖσι πέμποντες κακά ;
Νεοπτόλεμος
1267 θάρσει · λόγους δ’ ἄκουσον οὓς ἥκω φέρων .
Φιλοκτήτης
1268 δέδοικ’ ἔγωγε · καὶ τὰ πρὶν γὰρ ἐκ λόγων
1269 καλῶν κακῶς ἔπραξα , σοῖς πεισθεὶς λόγοις .
Νεοπτόλεμος
1270 οὔκουν ἔνεστι καὶ μεταγνῶναι πάλιν ;
Φιλοκτήτης
1271 τοιοῦτος ἦσθα τοῖς λόγοισι χὤτε μου
1272 τὰ τόξ’ ἔκλεπτες , πιστός , ἀτηρὸς λάθρᾳ .
Νεοπτόλεμος
1273 ἀλλ’ οὔ τι μὴν νῦν · βούλομαι δέ σου κλύειν ,
1274 πότερα δέδοκταί σοι μένοντι καρτερεῖν