Νεοπτόλεμος
1275 πλεῖν μεθ’ ἡμῶν ;
Φιλοκτήτης
παῦε , μὴ λέξῃς πέρα ·
1276 μάτην γὰρ ἃν εἴπῃς γε πάντ’ εἰρήσεται .
Νεοπτόλεμος
1277 οὕτω δέδοκται ;
Φιλοκτήτης
καὶ πέρα γ’ ἴσθ’ λέγω .
Νεοπτόλεμος
1278 ἀλλ’ ἤθελον μὲν ἄν σε πεισθῆναι λόγοις
1279 ἐμοῖσιν · εἰ δὲ μή τι πρὸς καιρὸν λέγων
1280 κυρῶ , πέπαυμαι .
Φιλοκτήτης
πάντα γὰρ φράσεις μάτην .
1281 οὐ γάρ ποτ’ εὔνουν τὴν ἐμὴν κτήσει φρένα ,
1282 ὅστις γ’ ἐμοῦ δόλοισι τὸν βίον λαβὼν
1283 ἀπεστέρηκας , κᾆτα νουθετεῖς ἐμὲ
1284 ἐλθών , ἀρίστου πατρὸς αἴσχιστος γεγώς .
1285 ὄλοισθ’ , Ἀτρεῖδαι μὲν μάλιστ’ , ἔπειτα δὲ Λαρτίου παῖς καὶ σύ .
Νεοπτόλεμος
1286 μὴ ’πεύξῃ πέρα ·
1287 δέχου δὲ χειρὸς ἐξ ἐμῆς βέλη τάδε .
Φιλοκτήτης
1288 πῶς εἶπας ; ἆρα δεύτερον δολούμεθα ;
Νεοπτόλεμος
1289 ἀπώμοσ’ ἁγνὸν Ζηνὸς ὑψίστου σέβας .
Φιλοκτήτης
1290 φίλτατ’ εἰπών , εἰ λέγεις ἐτήτυμα .
Νεοπτόλεμος
1291 τοὔργον παρέσται φανερόν · ἀλλὰ δεξιὰν
1292 πρότεινε χεῖρα , καὶ κράτει τῶν σῶν ὅπλων .
Ὀδυσσεύς
1293 ἐγὼ δ’ ἀπαυδῶ γ’ , θεοὶ ξυνίστορες ,
1294 ὑπέρ τ’ Ἀτρειδῶν τοῦ τε σύμπαντος στρατοῦ .
Φιλοκτήτης
1295 τέκνον , τίνος φώνημα , μῶν Ὀδυσσέως ,