Ὀδυσσεύς
1233 Ζεῦ , τί λέξεις ; οὔ τί που δοῦναι νοεῖς ;
Νεοπτόλεμος
1234 αἰσχρῶς γὰρ αὐτὰ κοὐ δίκῃ λαβὼν ἔχω .
Ὀδυσσεύς
1235 πρὸς θεῶν , πότερα δὴ κερτομῶν λέγεις τάδε ;
Νεοπτόλεμος
1236 εἰ κερτόμησίς ἐστι τἀληθῆ λέγειν .
Ὀδυσσεύς
1237 τί φής , Ἀχιλλέως παῖ ; τίν’ εἴρηκας λόγον ;
Νεοπτόλεμος
1238 δὶς ταὐτὰ βούλει καὶ τρὶς ἀναπολεῖν μ’ ἔπη ;
Ὀδυσσεύς
1239 ἀρχὴν κλύειν ἂν οὐδ’ ἅπαξ ἐβουλόμην .
Νεοπτόλεμος
1240 εὖ νῦν ἐπίστω πάντ’ ἀκηκοὼς λόγον .
Ὀδυσσεύς
1241 ἔστιν τις , ἔστιν ὅς σε κωλύσει τὸ δρᾶν .
Νεοπτόλεμος
1242 τί φής ; τίς ἔσται μ’ οὑπικωλύσων τάδε ;
Ὀδυσσεύς
1243 ξύμπας Ἀχαιῶν λαός , ἐν δὲ τοῖς ἐγώ .
Νεοπτόλεμος
1244 σοφὸς πεφυκὼς οὐδὲν ἐξαυδᾷς σοφόν .
Ὀδυσσεύς
1245 σὺ δ’ οὔτε φωνεῖς οὔτε δρασείεις σοφά .
Νεοπτόλεμος
1246 ἀλλ’ εἰ δίκαια , τῶν σοφῶν κρείσσω τάδε .
Ὀδυσσεύς
1247 καὶ πῶς δίκαιον , γ’ ἔλαβες βουλαῖς ἐμαῖς , πάλιν μεθεῖναι ταῦτα ;
Νεοπτόλεμος
1248 τὴν ἁμαρτίαν
1249 αἰσχρὰν ἁμαρτὼν ἀναλαβεῖν πειράσομαι .
Ὀδυσσεύς
1250 στρατὸν δ’ Ἀχαιῶν οὐ φοβεῖ , πράσσων τάδε ;
Νεοπτόλεμος
1251 ξὺν τῷ δικαίῳ τὸν σὸν οὐ ταρβῶ φόβον .
Ὀδυσσεύς
1251a [ ξὺν τῷ δικαίῳ χεὶρ ἐμή σ’ ἀναγκάσει . ]
Νεοπτόλεμος
1252 ἀλλ’ οὐδέ τοι σῇ χειρὶ πείθομαι τὸ δρᾶν .