Χορός
963 τί δρῶμεν ; ἐν σοὶ καὶ τὸ πλεῖν ἡμᾶς , ἄναξ ,
964 ἤδη ’στὶ καὶ τοῖς τοῦδε προσχωρεῖν λόγοις .
Νεοπτόλεμος
965 ἐμοὶ μὲν οἶκτος δεινὸς ἐμπέπτωκέ τις
966 τοῦδ’ ἀνδρὸς οὐ νῦν πρῶτον , ἀλλὰ καὶ πάλαι .
Φιλοκτήτης
967 ἐλέησον , παῖ , πρὸς θεῶν , καὶ μὴ παρῇς
968 σαυτοῦ βροτοῖς ὄνειδος , ἐκκλέψας ἐμέ .
Νεοπτόλεμος
969 οἴμοι , τί δράσω ; μή ποτ’ ὤφελον λιπεῖν
970 τὴν Σκῦρον · οὕτω τοῖς παροῦσιν ἄχθομαι .
Φιλοκτήτης
971 οὐκ εἶ κακὸς σύ , πρὸς κακῶν δ’ ἀνδρῶν μαθὼν
972 ἔοικας ἥκειν αἰσχρά · νῦν δ’ ἄλλοισι δοὺς
973 οἷς εἰκὸς ἔκπλει , τἀμά μοι μεθεὶς ὅπλα .
Νεοπτόλεμος
974 τί δρῶμεν , ἄνδρες ;
Ὀδυσσεύς
κάκιστ’ ἀνδρῶν , τί δρᾷς ;
975 οὐκ εἶ μεθεὶς τὰ τόξα ταῦτ’ ἐμοὶ πάλιν ;
Φιλοκτήτης
976 οἴμοι , τίς ἁνήρ ; ἆρ’ Ὀδυσσέως κλύω ;
Ὀδυσσεύς
977 Ὀδυσσέως , σάφ’ ἴσθ’ , ἐμοῦ γ’ , ὃν εἰσορᾷς .
Φιλοκτήτης
978 οἴμοι · πέπραμαι κἀπόλωλ’ · ὅδ’ ἦν ἄρα
979 ξυλλαβών με κἀπονοσφίσας ὅπλων .