Φιλοκτήτης
927 πῦρ σὺ καὶ πᾶν δεῖμα καὶ πανουργίας
928 δεινῆς τέχνημ’ ἔχθιστον , οἷά μ’ εἰργάσω ,
929 οἷ’ ἠπάτηκας · οὐδ’ ἐπαισχύνει μ’ ὁρῶν
930 τὸν προστρόπαιον , τὸν ἱκέτην , σχέτλιε ;
931 ἀπεστέρηκας τὸν βίον τὰ τόξ’ ἑλών .
932 ἀπόδος , ἱκνοῦμαί σ’ , ἀπόδος , ἱκετεύω , τέκνον ·
933 πρὸς θεῶν πατρῴων , τὸν βίον με μὴ ἀφέλῃ .
934 ὤμοι τάλας . ἀλλ’ οὐδὲ προσφωνεῖ μ’ ἔτι ,
935 ἀλλ’ ὡς μεθήσων μήποθ’ , ὧδ’ ὁρᾷ πάλιν .
936 λιμένες , προβλῆτες , ξυνουσίαι
937 θηρῶν ὀρείων , καταρρῶγες πέτραι ,
938 ὑμῖν τάδ’ , οὐ γὰρ ἄλλον οἶδ’ ὅτῳ λέγω ,
939 ἀνακλαίομαι παροῦσι τοῖς εἰωθόσιν ,
940 οἷ’ ἔργ’ παῖς μ’ ἔδρασεν οὑξ Ἀχιλλέως ·
941 ὀμόσας ἀπάξειν οἴκαδ’ , ἐς Τροίαν μ’ ἄγει ·
942 προσθείς τε χεῖρα δεξιάν , τὰ τόξα μου
943 ἱερὰ λαβὼν τοῦ Ζηνὸς Ἡρακλέους ἔχει ,
944 καὶ τοῖσιν Ἀργείοισι φήνασθαι θέλει ·
945 ὡς ἄνδρ’ ἑλὼν ἰσχυρόν ἐκ βίας μ’ ἄγει ,
946 κοὐκ οἶδ’ ἐναίρων νεκρὸν καπνοῦ σκιάν ,
947 εἴδωλον ἄλλως · οὐ γὰρ ἂν σθένοντά γε
948 εἷλέν μ’ · ἐπεὶ οὐδ’ ἂν ὧδ’ ἔχοντ’ , εἰ μὴ δόλῳ .
949 νῦν δ’ ἠπάτημαι δύσμορος . τί χρή με δρᾶν ;
950 ἀλλ’ ἀπόδος , ἀλλὰ νῦν ἔτ’ ἐν σαυτῷ γενοῦ .
951 τί φής ; σιωπᾷς ; οὐδέν εἰμ’ δύσμορος .
952 σχῆμα πέτρας δίπυλον , αὖθις αὖ πάλιν
953 εἴσειμι πρὸς σὲ ψιλός , οὐκ ἔχων τροφήν ·
954 ἀλλ’ αὐανοῦμαι τῷδ’ ἐν αὐλίῳ μόνος ,
955 οὐ πτηνὸν ὄρνιν οὐδὲ θῆρ’ ὀρειβάτην
956 τόξοις ἐναίρων τοισίδ’ , ἀλλ’ αὐτὸς τάλας
957 θανὼν παρέξω δαῖθ’ ὑφ’ ὧν ἐφερβόμην ,
958 καί μ’ οὓς ἐθήρων πρόσθε θηράσουσι νῦν ·
959 φόνον φόνου δὲ ῥύσιον τίσω τάλας
960 πρὸς τοῦ δοκοῦντος οὐδὲν εἰδέναι κακόν .
961 ὄλοιο μή πω , πρὶν μάθοιμ’ εἰ καὶ πάλιν
962 γνώμην μετοίσεις · εἰ δὲ μή , θάνοις κακῶς .