Ὀδυσσεύς
980 ἐγώ , σάφ’ ἴσθ’ , οὐκ ἄλλος · ὁμολογῶ τάδε .
Φιλοκτήτης
981 ἀπόδος , ἄφες μοι , παῖ , τὰ τόξα .
Ὀδυσσεύς
τοῦτο μέν ,
982 οὐδ’ ἢν θέλῃ , δράσει ποτ’ · ἀλλὰ καὶ σὲ δεῖ
983 στείχειν ἅμ’ αὐτοῖς , βίᾳ στελοῦσί σε .
Φιλοκτήτης
984 ἔμ’ , κακῶν κάκιστε καὶ τολμήστατε ,
985 οἵδ’ ἐκ βίας ἄξουσιν ;
Ὀδυσσεύς
ἢν μὴ ἕρπῃς ἑκών .
Φιλοκτήτης
986 Λημνία χθὼν καὶ τὸ παγκρατὲς σέλας
987 Ἡφαιστότευκτον , ταῦτα δῆτ’ ἀνασχετά ,
988 εἴ μ’ οὗτος ἐκ τῶν σῶν ἀπάξεται βίᾳ ;
Ὀδυσσεύς
989 Ζεύς ἐσθ’ , ἵν’ εἰδῇς , Ζεύς , τῆσδε γῆς κρατῶν ,
990 Ζεύς , δέδοκται ταῦθ’ · ὑπηρετῶ δ’ ἐγώ .
Φιλοκτήτης
991 μῖσος , οἷα κἀξανευρίσκεις λέγειν ·
992 θεοὺς προτείνων τοὺς θεοὺς ψευδεῖς τίθης .
Ὀδυσσεύς
993 οὔκ , ἀλλ’ ἀληθεῖς · δ’ ὁδὸς πορευτέα .
Φιλοκτήτης
994 οὔ φημ’ .
Ὀδυσσεύς
ἐγὼ δέ φημι . πειστέον τάδε .
Φιλοκτήτης
995 οἴμοι τάλας . ἡμᾶς μὲν ὡς δούλους σαφῶς
996 πατὴρ ἄρ’ ἐξέφυσεν οὐδ’ ἐλευθέρους .
Ὀδυσσεύς
997 οὔκ , ἀλλ’ ὁμοίους τοῖς ἀρίστοισιν , μεθ’ ὧν
998 Τροίαν σ’ ἑλεῖν δεῖ καὶ κατασκάψαι βίᾳ .