Νεοπτόλεμος
908 Ζεῦ , τί δράσω ; δεύτερον ληφθῶ κακός ,
909 κρύπτων θ’ μὴ δεῖ καὶ λέγων αἴσχιστ’ ἐπῶν ;
Φιλοκτήτης
910 ἁνὴρ ὅδ’ , εἰ μὴ ’γὼ κακὸς γνώμων ἔφυν ,
911 προδούς μ’ ἔοικε κἀκλιπὼν τὸν πλοῦν στελεῖν .
Νεοπτόλεμος
912 λιπὼν μὲν οὐκ ἔγωγε · λυπηρῶς δὲ μὴ
913 πέμπω σε μᾶλλον , τοῦτ’ ἀνιῶμαι πάλαι .
Φιλοκτήτης
914 τί ποτε λέγεις , τέκνον ; ὡς οὐ μανθάνω .
Νεοπτόλεμος
915 οὐδέν σε κρύψω · δεῖ γὰρ ἐς Τροίαν σε πλεῖν
916 πρὸς τοὺς Ἀχαιοὺς καὶ τὸν Ἀτρειδῶν στόλον .
Φιλοκτήτης
917 οἴμοι , τί εἶπας ;
Νεοπτόλεμος
μὴ στέναζε , πρὶν μάθῃς .
Φιλοκτήτης
918 ποῖον μάθημα ; τί με νοεῖς δρᾶσαί ποτε ;
Νεοπτόλεμος
919 σῶσαι κακοῦ μὲν πρῶτα τοῦδ’ , ἔπειτα δὲ
920 ξὺν σοὶ τὰ Τροίας πεδία πορθῆσαι μολών .
Φιλοκτήτης
921 καὶ ταῦτ’ ἀληθῆ δρᾶν νοεῖς ;
Νεοπτόλεμος
πολλὴ κρατεῖ
922 τούτων ἀνάγκη , καὶ σὺ μὴ θυμοῦ κλύων .
Φιλοκτήτης
923 ἀπόλωλα τλήμων , προδέδομαι . τί μ’ , ξένε ,
924 δέδρακας ; ἀπόδος ὡς τάχος τὰ τόξα μοι .
Νεοπτόλεμος
925 ἀλλ’ οὐχ οἷόν τε · τῶν γὰρ ἐν τέλει κλύειν
926 τό τ’ ἔνδικόν με καὶ τὸ συμφέρον ποεῖ .