Φιλοκτήτης
889 αἰνῶ τάδ’ , παῖ , καί μ’ ἔπαιρ’ , ὥσπερ νοεῖς ·
890 τούτους δ’ ἔασον , μὴ βαρυνθῶσιν κακῇ
891 ὀσμῇ πρὸ τοῦ δέοντος · οὑπὶ νηὶ γὰρ
892 ἅλις πόνος τούτοισι συνναίειν ἐμοί .
Νεοπτόλεμος
893 ἔσται τάδ’ · ἀλλ’ ἵστω τε καὐτὸς ἀντέχου .
Φιλοκτήτης
894 θάρσει · τό τοι σύνηθες ὀρθώσει μ’ ἔθος .
Νεοπτόλεμος
895 παπαῖ · τί δῆτ’ ἂν δρῷμ’ ἐγὼ τοὐνθένδε γε ;
Φιλοκτήτης
896 τί δ’ ἔστιν , παῖ ; ποῖ ποτ’ ἐξέβης λόγῳ ;
Νεοπτόλεμος
897 οὐκ οἶδ’ ὅποι χρὴ τἄπορον τρέπειν ἔπος .
Φιλοκτήτης
898 ἀπορεῖς δὲ τοῦ σύ ; μὴ λέγ’ , τέκνον , τάδε .
Νεοπτόλεμος
899 ἀλλ’ ἐνθάδ’ ἤδη τοῦδε τοῦ πάθους κυρῶ .
Φιλοκτήτης
900 οὐ δή σε δυσχέρεια τοῦ νοσήματος
901 ἔπεισεν ὥστε μή μ’ ἄγειν ναύτην ἔτι ;
Νεοπτόλεμος
902 ἅπαντα δυσχέρεια , τὴν αὑτοῦ φύσιν
903 ὅταν λιπών τις δρᾷ τὰ μὴ προσεικότα .
Φιλοκτήτης
904 ἀλλ’ οὐδὲν ἔξω τοῦ φυτεύσαντος σύ γε
905 δρᾷς οὐδὲ φωνεῖς , ἐσθλὸν ἄνδρ’ ἐπωφελῶν .
Νεοπτόλεμος
906 αἰσχρὸς φανοῦμαι · τοῦτ’ ἀνιῶμαι πάλαι .
Φιλοκτήτης
907 οὔκουν ἐν οἷς γε δρᾷς · ἐν οἷς δ’ αὐδᾷς ὀκνῶ .