Φιλοκτήτης
867 φέγγος ὕπνου διάδοχον τό τ’ ἐλπίδων
868 ἄπιστον οἰκούρημα τῶνδε τῶν ξένων .
869 οὐ γάρ ποτ’ , παῖ , τοῦτ’ ἂν ἐξηύχησ’ ἐγώ ,
870 τλῆναί σ’ ἐλεινῶς ὧδε τἀμὰ πήματα
871 μεῖναι παρόντα καὶ ξυνωφελοῦντά μοι .
872 οὔκουν Ἀτρεῖδαι τοῦτ’ ἔτλησαν εὐφόρως
873 οὕτως ἐνεγκεῖν , ἁγαθοὶ στρατηλάται .
874 ἀλλ’ εὐγενὴς γὰρ φύσις κἀξ εὐγενῶν ,
875 τέκνον , σή , πάντα ταῦτ’ ἐν εὐχερεῖ
876 ἔθου , βοῆς τε καὶ δυσοσμίας γέμων .
877 καὶ νῦν ἐπειδὴ τοῦδε τοῦ κακοῦ δοκεῖ
878 λήθη τις εἶναι κἀνάπαυλα δή , τέκνον ,
879 σύ μ’ αὐτὸς ἆρον , σύ με κατάστησον , τέκνον ,
880 ἵν’ , ἡνίκ’ ἂν κόπος μ’ ἀπαλλάξῃ ποτέ ,
881 ὁρμώμεθ’ ἐς ναῦν μηδ’ ἐπίσχωμεν τὸ πλεῖν .
Νεοπτόλεμος
882 ἀλλ’ ἥδομαι μέν σ’ εἰσιδὼν παρ’ ἐλπίδα
883 ἀνώδυνον βλέποντα κἀμπνέοντ’ ἔτι ·
884 ὡς οὐκέτ’ ὄντος γὰρ τὰ συμβόλαιά σου
885 πρὸς τὰς παρούσας ξυμφορὰς ἐφαίνετο .
886 νῦν δ’ αἶρε σαυτόν · εἰ δέ σοι μᾶλλον φίλον ,
887 οἴσουσί σ’ οἵδε · τοῦ πόνου γὰρ οὐκ ὄκνος ,
888 ἐπείπερ οὕτω σοί τ’ ἔδοξ’ ἐμοί τε δρᾶν .