Νεοπτόλεμος
806 ἀλγῶ πάλαι δὴ τἀπὶ σοὶ στένων κακά .
Φιλοκτήτης
807 ἀλλ’ , τέκνον , καὶ θάρσος ἴσχ’ · ὡς ἥδε μοι
808 ὀξεῖα φοιτᾷ καὶ ταχεῖ’ ἀπέρχεται .
809 ἀλλ’ ἀντιάζω , μή με καταλίπῃς μόνον .
Νεοπτόλεμος
810 θάρσει , μενοῦμεν .
Φιλοκτήτης
μενεῖς ;
Νεοπτόλεμος
σαφῶς φρόνει .
Φιλοκτήτης
811 οὐ μήν σ’ ἔνορκόν γ’ ἀξιῶ θέσθαι , τέκνον .
Νεοπτόλεμος
812 ὡς οὐ θέμις γ’ ἐμοὔστι σοῦ μολεῖν ἄτερ .
Φιλοκτήτης
813 ἔμβαλλε χειρὸς πίστιν .
Νεοπτόλεμος
ἐμβάλλω μενεῖν .
Φιλοκτήτης
814 ἐκεῖσε νῦν μ’ , ἐκεῖσε
Νεοπτόλεμος
ποῖ λέγεις ;
Φιλοκτήτης
ἄνω
Νεοπτόλεμος
815 τί παραφρονεῖς αὖ ; τί τὸν ἄνω λεύσσεις κύκλον ;
Φιλοκτήτης
816 μέθες μέθες με .
Νεοπτόλεμος
ποῖ μεθῶ ;
Φιλοκτήτης
μέθες ποτέ .
Νεοπτόλεμος
817 οὔ φημ’ ἐάσειν .
Φιλοκτήτης
ἀπό μ’ ὀλεῖς , ἢν προσθίγῃς .
Νεοπτόλεμος
818 καὶ δὴ μεθίημ’ , εἴ τι δὴ πλέον φρονεῖς .
Φιλοκτήτης
819 γαῖα , δέξαι θανάσιμόν μ’ ὅπως ἔχω
820 τὸ γὰρ κακὸν τόδ’ οὐκέτ’ ὀρθοῦσθαί μ’ ἐᾷ .