Νεοπτόλεμος
821 τὸν ἄνδρ’ ἔοικεν ὕπνος οὐ μακροῦ χρόνου
822 ἕξειν · κάρα γὰρ ὑπτιάζεται τόδε ·
823 ἱδρώς γέ τοί νιν πᾶν καταστάζει δέμας ,
824 μέλαινά τ’ ἄκρου τις παρέρρωγεν ποδὸς
825 αἱμορραγὴς φλέψ . ἀλλ’ ἐάσωμεν , φίλοι ,
826 ἕκηλον αὐτόν , ὡς ἂν εἰς ὕπνον πέσῃ .
Χορός
827 Ὕπν’ ὀδύνας ἀδαής , Ὕπνε δ’ ἀλγέων ,
828 εὐαὲς ἡμῖν ἔλθοις ,
829 εὐαίων εὐαίων , ὦναξ ·
830 ὄμμασι δ’ ἀντίσχοις
831 τάνδ’ αἴγλαν , τέταται τανῦν .
832 ἴθι ἴθι μοι παιών .
833 τέκνον , ὅρα ποῦ στάσει ,
834 ποῖ δέ μοι τἀνθένδε βάσει ,
835 φροντίδος . ὁρᾷς ἤδη .
836 πρὸς τί μενοῦμεν πράσσειν ;
837 καιρός τοι πάντων γνώμαν ἴσχων
838 πολύ τι πολὺ παρὰ πόδα κράτος ἄρνυται .
Νεοπτόλεμος
839 ἀλλ’ ὅδε μὲν κλύει οὐδέν , ἐγὼ δ’ ὁρῶ οὕνεκα θήραν
840 τήνδ’ ἁλίως ἔχομεν τόξων , δίχα τοῦδε πλέοντες .
841 τοῦδε γὰρ στέφανος , τοῦτον θεὸς εἶπε κομίζειν .
842 κομπεῖν δ’ ἔστ’ ἀτελῆ σὺν ψεύδεσιν αἰσχρὸν ὄνειδος .