Φιλοκτήτης
782 ἀλλ’ οὖν δέδοικα μὴ ἀτέλεστ’ εὔχῃ , τέκνον .
783 στάζει γὰρ αὖ μοι φοίνιον τόδ’ ἐκ βυθοῦ
784 κηκῖον αἷμα , καί τι προσδοκῶ νέον .
785 παπαῖ , φεῦ .
786 παπαῖ μάλ’ , πούς , οἷά μ’ ἐργάσει κακά .
787 προσέρπει ,
788 προσέρχεται τόδ’ ἐγγύς . οἴμοι μοι τάλας .
789 ἔχετε τὸ πρᾶγμα · μὴ φύγητε μηδαμῇ .
790 ἀτταταῖ .
791 ξένε Κεφαλλήν , εἴθε σου διαμπερὲς
792 στέρνων ἔχοιτ’ ἄλγησις ἥδε . φεῦ , παπαῖ ,
793 παπαῖ μάλ’ αὖθις . διπλοῖ στρατηλάται ,
794 Ἀγάμεμνον , Μενέλαε , πῶς ἂν ἀντ’ ἐμοῦ
795 τὸν ἴσον χρόνον τρέφοιτε τήνδε τὴν νόσον ; ἰώ μοι .
796 Θάνατε Θάνατε , πῶς ἀεὶ καλούμενος
797 οὕτω κατ’ ἦμαρ , οὐ δύνᾳ μολεῖν ποτε ;
798 τέκνον γενναῖον , ἀλλὰ συλλαβὼν
800 τῷ Λημνίῳ τῷδ’ ἀνακαλουμένῳ πυρὶ
801 ἔμπρησον , γενναῖε · κἀγώ τοί ποτε
802 τὸν τοῦ Διὸς παῖδ’ ἀντὶ τῶνδε τῶν ὅπλων ,
803 νῦν σὺ σῴζεις , τοῦτ’ ἐπηξίωσα δρᾶν . τί φής , παῖ ;
805 τί φής ; τί σιγᾷς ; ποῦ ποτ’ ὤν , τέκνον , κυρεῖς ;