Νεοπτόλεμος
648 τί τοῦθ’ μὴ νεώς γε τῆς ἐμῆς ἔπι ;
Φιλοκτήτης
649 φύλλον τί μοι πάρεστιν , μάλιστ’ ἀεὶ
650 κοιμῶ τόδ’ ἕλκος , ὥστε πραΰνειν πάνυ .
Νεοπτόλεμος
651 ἀλλ’ ἔκφερ’ αὐτό . τί γὰρ ἔτ’ ἄλλ’ ἐρᾷς λαβεῖν ;
Φιλοκτήτης
652 εἴ μοί τι τόξων τῶνδ’ ἀπημελημένον
653 παρερρύηκεν , ὡς λίπω μή τῳ λαβεῖν .
Νεοπτόλεμος
654 ταῦτα γὰρ τὰ κλεινὰ τόξ’ νῦν ἔχεις ;
Φιλοκτήτης
655 ταῦτ’ , οὐ γὰρ ἄλλ’ ἔστ’ , ἀλλ’ βαστάζω χεροῖν .
Νεοπτόλεμος
656 ἆρ’ ἔστιν ὥστε κἀγγύθεν θέαν λαβεῖν
657 καὶ βαστάσαι με προσκύσαι θ’ ὥσπερ θεόν ;
Φιλοκτήτης
658 σοί γ’ , τέκνον , καὶ τοῦτο κἄλλο τῶν ἐμῶν
659 ὁποῖον ἄν σοι ξυμφέρῃ γενήσεται .
Νεοπτόλεμος
660 καὶ μὴν ἐρῶ γε , τὸν δ’ ἔρωθ’ οὕτως ἔχω ·
661 εἴ μοι θέμις , θέλοιμ’ ἄν · εἰ δὲ μή , πάρες .