Ἔμπορος
626 οὐκ οἶδ’ ἐγὼ ταῦτ’ · ἀλλ’ ἐγὼ μὲν εἶμ’ ἐπὶ
627 ναῦν , σφῷν δ’ ὅπως ἄριστα συμφέροι θεός .
Φιλοκτήτης
628 οὔκουν τάδ’ , παῖ , δεινά , τὸν Λαερτίου
629 ἔμ’ ἐλπίσαι ποτ’ ἂν λόγοισι μαλθακοῖς
630 δεῖξαι νεὼς ἄγοντ’ ἐν Ἀργείοις μέσοις ;
631 οὔ · θᾶσσον ἂν τῆς πλεῖστον ἐχθίστης ἐμοὶ
632 κλύοιμ’ ἐχίδνης , μ’ ἔθηκεν ὧδ’ ἄπουν .
633 ἀλλ’ ἔστ’ ἐκείνῳ πάντα λεκτά , πάντα δὲ
634 τολμητά · καὶ νῦν οἶδ’ ὁθούνεχ’ ἵξεται .
635 ἀλλ’ , τέκνον , χωρῶμεν , ὡς ἡμᾶς πολὺ
636 πέλαγος ὁρίζῃ τῆς Ὀδυσσέως νεώς .
637 ἴωμεν · τοι καίριος σπουδὴ πόνου
638 λήξαντος ὕπνον κἀνάπαυλαν ἤγαγεν .
Νεοπτόλεμος
639 οὐκοῦν ἐπειδὰν πνεῦμα τοὐκ πρῴρας ἀνῇ ,
640 τότε στελοῦμεν · νῦν γὰρ ἀντιοστατεῖ .
Φιλοκτήτης
641 ἀεὶ καλὸς πλοῦς ἔσθ’ , ὅταν φεύγῃς κακά .
Νεοπτόλεμος
642 οὔκ , ἀλλὰ κἀκείνοισι ταῦτ’ ἐναντία .
Φιλοκτήτης
643 οὐκ ἔστι λῃσταῖς πνεῦμ’ ἐναντιούμενον ,
644 ὅταν παρῇ κλέψαι τι χἀρπάσαι βίᾳ .
Νεοπτόλεμος
645 ἀλλ’ εἰ δοκεῖ , χωρῶμεν , ἔνδοθεν λαβὼν
646 ὅτου σε χρεία καὶ πόθος μάλιστ’ ἔχει .
Φιλοκτήτης
647 ἀλλ’ ἔστιν ὧν δεῖ , καίπερ οὐ πολλῶν ἄπο .