Ἔμπορος
603 ἐγώ σε τοῦτ’ , ἴσως γὰρ οὐκ ἀκήκοας ,
604 πᾶν ἐκδιδάξω . μάντις ἦν τις εὐγενής ,
605 Πριάμου μὲν υἱός , ὄνομα δ’ ὠνομάζετο
606 Ἕλενος , ὃν οὗτος νυκτὸς ἐξελθὼν μόνος ,
607 πάντ’ ἀκούων αἰσχρὰ καὶ λωβήτ’ ἔπη
608 δόλιος Ὀδυσσεὺς εἷλε · δέσμιόν τ’ ἄγων
609 ἔδειξ’ Ἀχαιοῖς ἐς μέσον , θήραν καλήν ·
610 ὃς δὴ τά τ’ ἄλλ’ αὐτοῖσι πάντ’ ἐθέσπισεν
611 καὶ τἀπὶ Τροίᾳ πέργαμ’ ὡς οὐ μή ποτε
612 πέρσοιεν , εἰ μὴ τόνδε πείσαντες λόγῳ
613 ἄγοιντο νήσου τῆσδ’ ἐφ’ ἧς ναίει τανῦν .
614 καὶ ταῦθ’ ὅπως ἤκουσ’ Λαέρτου τόκος
615 τὸν μάντιν εἰπόντ’ , εὐθέως ὑπέσχετο
616 τὸν ἄνδρ’ Ἀχαιοῖς τόνδε δηλώσειν ἄγων ·
617 οἴοιτο μὲν μάλισθ’ ἑκούσιον λαβών ,
618 εἰ μὴ θέλοι δ’ , ἄκοντα · καὶ τούτων κάρα
619 τέμνειν ἐφεῖτο τῷ θέλοντι μὴ τυχών .
620 ἤκουσας , παῖ , πάντα · τὸ σπεύδειν δέ σοι
621 καὐτῷ παραινῶ κεἴ τινος κήδει πέρι .
Φιλοκτήτης
622 οἴμοι τάλας · κεῖνος , πᾶσα βλάβη ,
623 ἔμ’ εἰς Ἀχαιοὺς ὤμοσεν πείσας στελεῖν ;
624 πεισθήσομαι γὰρ ὧδε κἀξ Ἅιδου θανὼν
625 πρὸς φῶς ἀνελθεῖν , ὥσπερ οὑκείνου πατήρ .