Νεοπτόλεμος
585 ἐγώ εἰμ’ Ἀτρείδαις δυσμενής · οὗτος δέ μοι
586 φίλος μέγιστος , οὕνεκ’ Ἀτρείδας στυγεῖ .
587 δεῖ δή σ’ ἔμοιγ’ ἐλθόντα προσφιλῆ , λόγων
588 κρύψαι πρὸς ἡμᾶς μηδέν’ ὧν ἀκήκοας .
Ἔμπορος
589 ὅρα τί ποιεῖς , παῖ .
Νεοπτόλεμος
σκοπῶ κἀγὼ πάλαι .
Ἔμπορος
590 σὲ θήσομαι τῶνδ’ αἴτιον .
Νεοπτόλεμος
ποιοῦ λέγων .
Ἔμπορος
591 λέγω . ’πὶ τοῦτον ἄνδρε τώδ’ ὥπερ κλύεις ,
592 Τυδέως παῖς τ’ Ὀδυσσέως βία ,
593 διώμοτοι πλέουσιν μὴν λόγῳ
594 πείσαντες ἄξειν πρὸς ἰσχύος κράτος .
595 καὶ ταῦτ’ Ἀχαιοὶ πάντες ἤκουον σαφῶς
596 Ὀδυσσέως λέγοντος · οὗτος γὰρ πλέον
597 τὸ θάρσος εἶχε θατέρου δράσειν τάδε .
Νεοπτόλεμος
598 τίνος δ’ Ἀτρεῖδαι τοῦδ’ ἄγαν οὕτω χρόνῳ
599 τοσῷδ’ ἐπεστρέφοντο πράγματος χάριν ,
600 ὅν γ’ εἶχον ἤδη χρόνιον ἐκβεβληκότες ;
601 τίς πόθος αὐτοὺς ἵκετ’ ; θεῶν βία
602 καὶ νέμεσις , οἵπερ ἔργ’ ἀμύνουσιν κακά ;