Νεοπτόλεμος
565 ταῦτα δὴ Φοῖνίξ τε χοἰ ξυνναυβάται
566 οὕτω καθ’ ὁρμὴν δρῶσιν Ἀτρειδῶν χάριν ;
Ἔμπορος
567 ὡς ταῦτ’ ἐπίστω δρώμεν’ , οὐ μέλλοντ’ ἔτι .
Νεοπτόλεμος
568 πῶς οὖν Ὀδυσσεὺς πρὸς τάδ’ οὐκ αὐτάγγελος
569 πλεῖν ἦν ἕτοιμος ; φόβος τις εἶργέ νιν ;
Ἔμπορος
570 κεῖνός γ’ ἐπ’ ἄλλον ἄνδρ’ Τυδέως τε παῖς
571 ἔστελλον , ἡνίκ’ ἐξανηγόμην ἐγώ .
Νεοπτόλεμος
572 πρὸς ποῖον αὖ τόνδ’ αὐτὸς Οὑδυσσεὺς ἔπλει ;
Ἔμπορος
573 ἦν δή τις ἀλλὰ τόνδε μοι πρῶτον φράσον
574 τίς ἐστίν · ἃν λέγῃς δὲ μὴ φώνει μέγα .
Νεοπτόλεμος
575 ὅδ’ ἔσθ’ κλεινός σοι Φιλοκτήτης , ξένε .
Ἔμπορος
576 μή νύν μ’ ἔρῃ τὰ πλείον’ , ἀλλ’ ὅσον τάχος
577 ἔκπλει σεαυτὸν ξυλλαβὼν ἐκ τῆσδε γῆς .
Φιλοκτήτης
578 τί φησιν , παῖ ; τί με κατὰ σκότον ποτὲ
579 διεμπολᾷ λόγοισι πρός σ’ ναυβάτης ;
Νεοπτόλεμος
580 οὐκ οἶδά πω τί φησι · δεῖ δ’ αὐτὸν λέγειν
581 εἰς φῶς λέξει , πρὸς σὲ κἀμὲ τούσδε τε .
Ἔμπορος
582 σπέρμ’ Ἀχιλλέως , μή με διαβάλῃς στρατῷ
583 λέγονθ’ μὴ δεῖ · πόλλ’ ἐγὼ κείνων ὕπο
584 δρῶν ἀντιπάσχω χρηστά θ’ , οἷ’ ἀνὴρ πένης .