Ἔμπορος
542 Ἀχιλλέως παῖ , τόνδε τὸν ξυνέμπορον ,
543 ὃς ἦν νεὼς σῆς σὺν δυοῖν ἄλλοιν φύλαξ ,
544 ἐκέλευσ’ ἐμοί σε ποῦ κυρῶν εἴης φράσαι ,
545 ἐπείπερ ἀντέκυρσα , δοξάζων μὲν οὔ ,
546 τύχῃ δέ πως πρὸς ταὐτὸν ὁρμισθεὶς πέδον .
547 πλέων γὰρ ὡς ναύκληρος οὐ πολλῷ στόλῳ
548 ἀπ’ Ἰλίου πρὸς οἶκον ἐς τὴν εὔβοτρυν
549 Πεπάρηθον , ὡς ἤκουσα τοὺς ναύτας ὅτι
550 σοὶ πάντες εἶεν συννεναυστοληκότες ,
551 ἔδοξέ μοι μὴ σῖγα , πρὶν φράσαιμί σοι ,
552 τὸν πλοῦν ποεῖσθαι , προστυχόντι τῶν ἴσων .
553 οὐδὲν σύ που κάτοισθα τῶν σαυτοῦ πέρι ,
554 τοῖσιν Ἀργείοισιν ἀμφὶ σοῦ νέα
555 βουλεύματ’ ἐστί , κοὐ μόνον βουλεύματα ,
556 ἀλλ’ ἔργα δρώμεν’ , οὐκέτ’ ἐξαργούμενα .
Νεοπτόλεμος
557 ἀλλ’ χάρις μὲν τῆς προμηθίας , ξένε ,
558 εἰ μὴ κακὸς πέφυκα , προσφιλὴς μενεῖ ·
559 φράσον δ’ ἅπερ , γ’ ἔλεξας , ὡς μάθω τί μοι
560 νεώτερον , βούλευμ’ ἀπ’ Ἀργείων ἔχεις .
Ἔμπορος
561 φροῦδοι διώκοντές σε ναυτικῷ στόλῳ
562 Φοῖνιξ πρέσβυς οἵ τε Θησέως κόροι .
Νεοπτόλεμος
563 ὡς ἐκ βίας μ’ ἄξοντες λόγοις πάλιν ;
Ἔμπορος
564 οὐκ οἶδ’ · ἀκούσας δ’ ἄγγελος πάρειμί σοι .