1479 δαίμων ἄμεινον μὲ φρουρήσας τύχοι .
1480 τέκνα , ποῦ ποτ’ ἐστέ ; δεῦρ’ ἴτ’ , ἔλθετε
1481 ὡς τὰς ἀδελφὰς τάσδε τὰς ἐμὰς χέρας ,
1482 αἳ τοῦ φυτουργοῦ πατρὸς ὑμὶν ὧδ’ ὁρᾶν
1483 τὰ πρόσθε λαμπρὰ προυξένησαν ὄμματα ʹ
1484 ὃς ὑμίν , τέκν’ , οὔθ’ ὁρῶν οὔθ’ ἱστορῶν
1485 πατὴρ ἐφάνθην ἔνθεν αὐτὸς ἠρόθην .
1486 καὶ σφὼ δακρύω ʹ προσβλέπειν γὰρ οὐ σθένω ʹ
1487 νοούμενος τὰ λοιπὰ τοῦ πικροῦ βίου ,
1488 οἷον βιῶναι σφὼ πρὸς ἀνθρώπων χρεών .
1489 ποίας γὰρ ἀστῶν ἥξετ’ εἰς ὁμιλίας ,
1490 ποίας δ’ ἑορτάς , ἔνθεν οὐ κεκλαυμέναι
1491 πρὸς οἶκον ἵξεσθ’ ἀντὶ τῆς θεωρίας ;
1492 ἀλλ’ ἡνίκ’ ἂν δὴ πρὸς γάμων ἥκητ’ ἀκμάς ,
1493 τίς οὗτος ἔσται , τίς παραρρίψει , τέκνα ,
1494 τοιαῦτ’ ὀνείδη λαμβάνων , ταῖς ἐμαῖς
1495 γοναῖσιν ἔσται σφῷν θ’ ὁμοῦ δηλήματα ;
1496 τί γὰρ κακῶν ἄπεστι ; τὸν πατέρα πατὴρ
1497 ὑμῶν ἔπεφνε ʹ τὴν τεκοῦσαν ἤροσεν ,
1498 ὅθεν περ αὐτὸς ἐσπάρη , κἀκ τῶν ἴσων
1499 ἐκτήσαθ’ ὑμᾶς , ὧνπερ αὐτὸς ἐξέφυ .
1500 τοιαῦτ’ ὀνειδιεῖσθε ʹ κᾆτα τίς γαμεῖ ;
1501 οὐκ ἔστιν οὐδείς , τέκν’ , ἀλλὰ δηλαδὴ
1502 χέρσους φθαρῆναι κἀγάμους ὑμᾶς χρεών .
1503 παῖ Μενοικέως , ἀλλ’ ἐπεὶ μόνος πατὴρ
1504 ταύταιν λέλειψαι , νὼ γάρ , φυτεύσαμεν ,
1505 ὀλώλαμεν δύ’ ὄντε , μή σφε περιίδῃς
1506 πτωχὰς ἀνάνδρους ἐκγενεῖς ἀλωμένας ,
1507 μη δ’ ἐξισώσῃς τάσδε τοῖς ἐμοῖς κακοῖς .
1508 ἀλλ’ οἴκτισόν σφας , ὧδε τηλικάσδ’ ὁρῶν
1509 πάντων ἐρήμους , πλὴν ὅσον τὸ σὸν μέρος .
1510 ξύννευσον , γενναῖε , σῇ ψαύσας χερί .
1512 πόλλ’ ἂν παρῄνουν ʹ νῦν δὲ τοῦτ’ εὔχεσθέ μοι ,
1513 οὗ καιρὸς ἐᾷ ζῆν , τοῦ βίου δὲ λῴονος
1514 ὑμᾶς κυρῆσαι τοῦ φυτεύσαντος πατρός .