Οἰδίπους
1065 οὐκ ἂν πιθοίμην μὴ οὐ τάδ’ ἐκμαθεῖν σαφῶς .
Ἰοκάστη
1066 καὶ μὴν φρονοῦσά γ’ εὖ τὰ λῷστά σοι λέγω .
Οἰδίπους
1067 τὰ λῷστα τοίνυν ταῦτά μ’ ἀλγύνει πάλαι .
Ἰοκάστη
1068 δύσποτμ’ , εἴθε μήποτε γνοίης ὃς εἶ .
Οἰδίπους
1069 ἄξει τις ἐλθὼν δεῦρο τὸν βοτῆρά μοι ;
1070 ταύτην δ’ ἐᾶτε πλουσίῳ χαίρειν γένει .
Ἰοκάστη
1071 ἰοὺ ἰού , δύστηνε ʹ τοῦτο γάρ σ’ ἔχω
1072 μόνον προσειπεῖν , ἄλλο δ’ οὔποθ’ ὕστερον .
Χορός
1073 τί ποτε βέβηκεν , Οἰδίπους , ὑπ’ ἀγρίας
1074 ᾄξασα λύπης γυνή ; δέδοιχ’ ὅπως
1075 μὴ κ τῆς σιωπῆς τῆσδ’ ἀναρρήξει κακά .
Οἰδίπους
1076 ὁποῖα χρῄζει ῥηγνύτω ʹ τοὐμὸν δ’ ἐγώ ,
1077 κεἰ σμικρόν ἐστι , σπέρμ’ ἰδεῖν βουλήσομαι .
1078 αὕτη δ’ ἴσως , φρονεῖ γὰρ ὡς γυνὴ μέγα ,
1079 τὴν δυσγένειαν τὴν ἐμὴν αἰσχύνεται .
1080 ἐγὼ δ’ ἐμαυτὸν παῖδα τῆς Τύχης νέμων
1081 τῆς εὖ διδούσης οὐκ ἀτιμασθήσομαι .
1082 τῆς γὰρ πέφυκα μητρός ʹ οἱ δὲ συγγενεῖς
1083 μῆνές με μικρὸν καὶ μέγαν διώρισαν .
1084 τοιόσδε δ’ ἐκφὺς οὐκ ἂν ἐξέλθοιμ’ ἔτι
1085 ποτ’ ἄλλος , ὥστε μὴ κμαθεῖν τοὐμὸν γένος .
Χορός
1086 εἴπερ ἐγὼ μάντις εἰμὶ