Θησεύς
1161 οὐκ οἶδα πλὴν ἕν · σοῦ γάρ , ὡς λέγουσί μοι ,
1162 βραχύν τιν’ αἰτεῖ μῦθον οὐκ ὄγκου πλέων .
Οἰδίπους
1163 ποῖόν τιν’ ; οὐ γὰρ ἥδ’ ἕδρα σμικροῦ λόγου .
Θησεύς
1164 σοὶ φασὶν αὐτὸν ἐς λόγους ἐλθεῖν μόνον
1165 αἰτεῖν ἀπελθεῖν τ’ ἀσφαλῶς τῆς δεῦρ’ ὁδοῦ .
Οἰδίπους
1166 τίς δῆτ’ ἂν εἴη τήνδ’ προσθακῶν ἕδραν ;
Θησεύς
1167 ὅρα κατ’ Ἄργος εἴ τις ὑμὶν ἐγγενὴς
1168 ἔσθ’ , ὅστις ἄν σου τοῦτο προσχρῄζοι τυχεῖν .
Οἰδίπους
1169 φίλτατε , σχὲς οὗπερ εἶ .
Θησεύς
τί δ’ ἔστι σοι ;
Οἰδίπους
1170 μή μου δεηθῇς .
Θησεύς
πράγματος ποίου ; λέγε .
Οἰδίπους
1171 ἔξοιδ’ ἀκούων τῶνδ’ ὅς ἐσθ’ προστάτης .
Θησεύς
1172 καὶ τίς ποτ’ ἐστὶν ὅν γ’ ἐγὼ ψέξαιμί τι ;
Οἰδίπους
1173 παῖς οὑμός , ὦναξ , στυγνός , οὗ λόγων ἐγὼ
1174 ἄλγιστ’ ἂν ἀνδρῶν ἐξανασχοίμην κλύων .
Θησεύς
1175 τί δ’ ; οὐκ ἀκούειν ἔστι καὶ μὴ δρᾶν μὴ
1176 χρῄζεις ; τί σοι τοῦτ’ ἐστὶ λυπηρὸν κλύειν ;
Οἰδίπους
1177 ἔχθιστον , ὦναξ , φθέγμα τοῦθ’ ἥκει πατρί ·
1178 καὶ μή μ’ ἀνάγκῃ προσβάλῃς τάδ’ εἰκαθεῖν .
Θησεύς
1179 ἀλλ’ εἰ τὸ θάκημ’ ἐξαναγκάζει , σκόπει
1180 μή σοι πρόνοι’ τοῦ θεοῦ φυλακτέα .