Ἀντιγόνη
1181 πάτερ , πιθοῦ μοι , κεἰ νέα παραινέσω .
1182 τὸν ἄνδρ’ ἔασον τόνδε τῇ θ’ αὑτοῦ φρενὶ
1183 χάριν παρασχεῖν τῷ θεῷ θ’ βούλεται ,
1185 καὶ νῷν ὕπεικε τὸν κασίγνητον μολεῖν .
1186 οὐ γάρ σε , θάρσει , πρὸς βίαν παρασπάσει
1187 γνώμης , μή σοι συμφέροντα λέξεται .
1188 λόγων δ’ ἀκοῦσαι τίς βλάβη ; τά τοι κακῶς
1189 ηὑρημέν’ ἔργα τῷ λόγῳ μηνύεται .
1190 ἔφυσας αὐτόν · ὥστε μηδὲ δρῶντά σε
1191 τὰ τῶν κακίστων δυσσεβέστατ’ , πάτερ ,
1192 θέμις σέ γ’ εἶναι κεῖνον ἀντιδρᾶν κακῶς .
1193 ἀλλ’ ἔασον · εἰσὶ χἀτέροις γοναὶ κακαὶ
1194 καὶ θυμὸς ὀξύς , ἀλλὰ νουθετούμενοι
1195 φίλων ἐπῳδαῖς ἐξεπᾴδονται φύσιν .
1196 σὺ δ’ εἰς ἐκεῖνα , μὴ τὰ νῦν , ἀποσκόπει
1197 πατρῷα καὶ μητρῷα πήμαθ’ ἅπαθες ·
1198 κἂν κεῖνα λεύσσῃς , οἶδ’ ἐγώ , γνώσει κακοῦ
1199 θυμοῦ τελευτὴν ὡς κακὴ προσγίγνεται .
1200 ἔχεις γὰρ οὐχὶ βαιὰ τἀνθυμήματα ,
1201 τῶν σῶν ἀδέρκτων ὀμμάτων τητώμενος .
1202 ἀλλ’ ἡμὶν εἶκε · λιπαρεῖν γὰρ οὐ καλὸν
1203 δίκαια προσχρῄζουσιν , οὐδ’ αὐτὸν μὲν εὖ
1204 πάσχειν , παθόντα δ’ οὐκ ἐπίστασθαι τίνειν .