Θησεύς
1139 οὔτ’ εἴ τι μῆκος τῶν λόγων ἔθου πλέον ,
1140 τέκνοισι τερφθεὶς τοῖσδε , θαυμάσας ἔχω ,
1141 οὔτ’ εἰ πρὸ τοὐμοῦ προύλαβες τὰ τῶνδ’ ἔπη .
1142 βάρος γὰρ ἡμᾶς οὐδὲν ἐκ τούτων ἔχει .
1143 οὐ γὰρ λόγοισι τὸν βίον σπουδάζομεν
1144 λαμπρὸν ποεῖσθαι μᾶλλον τοῖς δρωμένοις .
1145 δείκνυμι δ’ · ὧν γὰρ ὤμοσ’ οὐκ ἐψευσάμην
1146 οὐδέν σε , πρέσβυ · τάσδε γὰρ πάρειμ’ ἄγων
1147 ζώσας , ἀκραιφνεῖς τῶν κατηπειλημένων .
1148 χὤπως μὲν ἁγὼν ᾑρέθη , τί δεῖ μάτην
1149 κομπεῖν , γ’ εἴσει καὐτὸς ἐκ ταύταιν ξυνών ;
1150 λόγος δ’ ὃς ἐμπέπτωκεν ἀρτίως ἐμοὶ
1151 στείχοντι δεῦρο , συμβαλοῦ γνώμην , ἐπεὶ
1152 σμικρὸς μὲν εἰπεῖν , ἄξιος δὲ θαυμάσαι ·
1153 πρᾶγος δ’ ἀτίζειν οὐδὲν ἄνθρωπον χρεών .
Οἰδίπους
1154 τί δ’ ἔστι , τέκνον Αἰγέως ; δίδασκέ με
1155 ὡς μὴ εἰδότ’ αὐτὸν μηδὲν ὧν σὺ πυνθάνει .
Θησεύς
1156 φασίν τιν’ ἡμῖν ἄνδρα , σοὶ μὲν ἔμπολιν
1157 οὐκ ὄντα , συγγενῆ δέ , προσπεσόντα πως
1158 βωμῷ καθῆσθαι τῷ Ποσειδῶνος , παρ’
1159 θύων ἔκυρον , ἡνίχ’ ὡρμώμην ἐγώ .
Οἰδίπους
1160 ποδαπόν ; τί προσχρῄζοντα τῷ θακήματι ·