Οἰδίπους
1119 ξεῖνε , μὴ θαύμαζε , πρὸς τὸ λιπαρὲς
1120 τέκν’ εἰ φανέντ’ ἄελπτα μηκύνω λόγον .
1121 ἐπίσταμαι γὰρ τήνδε τὴν ἐς τάσδε μοι
1122 τέρψιν παρ’ ἄλλου μηδενὸς πεφασμένην ·
1123 σὺ γάρ νιν ἐξέσωσας , οὐκ ἄλλος βροτῶν .
1124 καί σοι θεοὶ πόροιεν ὡς ἐγὼ θέλω ,
1125 αὐτῷ τε καὶ γῇ τῇδ’ , ἐπεὶ τό γ’ εὐσεβὲς
1126 μόνοις παρ’ ὑμῖν ηὗρον ἀνθρώπων ἐγὼ
1127 καὶ τοὐπιεικὲς καὶ τὸ μὴ ψευδοστομεῖν .
1128 εἰδὼς δ’ ἀμύνω τοῖσδε τοῖς λόγοις τάδε ·
1129 ἔχω γὰρ ἅχω διὰ σὲ κοὐκ ἄλλον βροτῶν ·
1130 καί μοι χέρ’ , ὦναξ , δεξιὰν ὄρεξον , ὡς
1131 ψαύσω φιλήσω τ’ , εἰ θέμις , τὸ σὸν κάρα .
1132 καίτοι τί φωνῶ ; πῶς σ’ ἂν ἄθλιος γεγὼς
1133 θιγεῖν θελήσαιμ’ ἀνδρός , τίς οὐκ ἔνι
1134 κηλὶς κακῶν ξύνοικος ; οὐκ ἔγωγέ σε ,
1135 οὐδ’ οὖν ἐάσω · τοῖς γὰρ ἐμπείροις βροτῶν
1136 μόνοις οἷόν τε συνταλαιπωρεῖν τάδε .
1137 σὺ δ’ αὐτόθεν μοι χαῖρε καὶ τὰ λοιπά μου
1138 μέλου δικαίως , ὥσπερ ἐς τόδ’ ἡμέρας .