Οἰδίπους
960 λῆμ’ ἀναιδές , τοῦ καθυβρίζειν δοκεῖς ,
961 πότερον ἐμοῦ γέροντος σαυτοῦ , τόδε ;
962 ὅστις φόνους μοι καὶ γάμους καὶ συμφορὰς
963 τοῦ σοῦ διῆκας στόματος , ἃς ἐγὼ τάλας
964 ἤνεγκον ἄκων · θεοῖς γὰρ ἦν οὕτω φίλον ,
965 τάχ’ ἄν τι μηνίουσιν εἰς γένος πάλαι .
966 ἐπεὶ καθ’ αὑτόν γ’ οὐκ ἂν ἐξεύροις ἐμοὶ
967 ἁμαρτίας ὄνειδος οὐδέν , ἀνθ’ ὅτου
968 τάδ’ εἰς ἐμαυτὸν τοὺς ἐμούς θ’ ἡμάρτανον .
969 ἐπεὶ δίδαξον , εἴ τι θέσφατον πατρὶ
970 χρησμοῖσιν ἱκνεῖθ’ ὥστε πρὸς παίδων θανεῖν ,
971 πῶς ἂν δικαίως τοῦτ’ ὀνειδίζοις ἐμοί ,
972 ὃς οὔτε βλάστας πω γενεθλίους πατρός ,
973 οὐ μητρὸς εἶχον , ἀλλ’ ἀγέννητος τότ’ ;
974 εἰ δ’ αὖ φανεὶς δύστηνος , ὡς ἐγὼ ’φάνην ,
975 ἐς χεῖρας ἦλθον πατρὶ καὶ κατέκτανον ,
976 μηδὲν ξυνιεὶς ὧν ἔδρων εἰς οὕς τ’ ἔδρων ,
977 πῶς ἂν τό γ’ ἆκον πρᾶγμ’ ἂν εἰκότως ψέγοις ;
978 μητρὸς δέ , τλῆμον , οὐκ ἐπαισχύνει γάμους
979 οὔσης ὁμαίμου σῆς μ’ ἀναγκάζων λέγειν ,
979a οἵους ἐρῶ τάχ’ · οὐ γὰρ οὖν σιγήσομαι ,