Κρέων
939 ἐγὼ οὔτ’ ἄνανδρον τήνδε τὴν πόλιν νέμων ,
940 τέκνον Αἰγέως , οὔτ’ ἄβουλον , ὡς σὺ φῄς ,
941 τοὔργον τόδ’ ἐξέπραξα , γιγνώσκων δ’ ὅτι
942 οὐδείς ποτ’ αὐτοὺς τῶν ἐμῶν ἂν ἐμπέσοι
943 ζῆλος ξυναίμων , ὥστ’ ἐμοῦ τρέφειν βίᾳ .
944 ᾔδη δ’ ὁθούνεκ’ ἄνδρα καὶ πατροκτόνον
945 κἄναγνον οὐ δεξοίατ’ , οὐδ’ ὅτῳ γάμοι
946 ξυνόντες ηὑρέθησαν ἀνόσιοι τέκνων .
947 τοιοῦτον αὐτοῖς Ἄρεος εὔβουλον πάγον
948 ἐγὼ ξυνῄδη χθόνιον ὄνθ’ , ὃς οὐκ ἐᾷ
949 τοιούσδ’ ἀλήτας τῇδ’ ὁμοῦ ναίειν πόλει ·
950 πίστιν ἴσχων τήνδ’ ἐχειρούμην ἄγραν .
951 καὶ ταῦτ’ ἂν οὐκ ἔπρασσον , εἰ μή μοι πικρὰς
952 αὐτῷ τ’ ἀρὰς ἠρᾶτο καὶ τὠμῷ γένει ·
953 ἀνθ’ ὧν πεπονθὼς ἠξίουν τάδ’ ἀντιδρᾶν .
954 θυμοῦ γὰρ οὐδὲν γῆράς ἐστιν ἄλλο πλὴν
955 θανεῖν · θανόντων δ’ οὐδὲν ἄλγος ἅπτεται .
956 πρὸς ταῦτα πράξεις οἷον ἂν θέλῃς · ἐπεὶ
957 ἐρημία με , κεἰ δίκαι’ , ὅμως λέγω ,
958 σμικρὸν τίθησι · πρὸς δὲ τὰς πράξεις ὅμως ,
959 καὶ τηλικόσδ’ ὤν , ἀντιδρᾶν πειράσομαι .