Θησεύς
590 ἀλλ’ εἰ θέλοντά γ’ οὐδὲ σοὶ φεύγειν καλόν .
Οἰδίπους
591 ἀλλ’ οὐδ’ , ὅτ’ αὐτὸς ἤθελον , παρίεσαν .
Θησεύς
592 μῶρε , θυμὸς δ’ ἐν κακοῖς οὐ ξύμφορον .
Οἰδίπους
593 ὅταν μάθῃς μου , νουθέτει , τανῦν δ’ ἔα .
Θησεύς
594 δίδασκ’ · ἄνευ γνώμης γὰρ οὔ με χρὴ λέγειν .
Οἰδίπους
595 πέπονθα , Θησεῦ , δεινὰ πρὸς κακοῖς κακά .
Θησεύς
596 τὴν παλαιὰν ξυμφορὰν γένους ἐρεῖς ;
Οἰδίπους
597 οὐ δῆτ’ , ἐπεὶ πᾶς τοῦτό γ’ Ἑλλήνων θροεῖ .
Θησεύς
598 τί γὰρ τὸ μεῖζον κατ’ ἄνθρωπον νοσεῖς ;
Οἰδίπους
599 οὕτως ἔχει μοι . γῆς ἐμῆς ἀπηλάθην
600 πρὸς τῶν ἐμαυτοῦ σπερμάτων · ἔστιν δέ μοι
601 πάλιν κατελθεῖν μήποθ’ , ὡς πατροκτόνῳ .
Θησεύς
602 πῶς δῆτα σ’ ἂν πεμψαίαθ’ , ὥστ’ οἰκεῖν δίχα ;
Οἰδίπους
603 τὸ θεῖον αὐτοὺς ἐξαναγκάσει στόμα .
Θησεύς
604 ποῖον πάθος δείσαντας ἐκ χρηστηρίων ;
Οἰδίπους
605 ὅτι σφ’ ἀνάγκη τῇδε πληγῆναι χθονί .
Θησεύς
606 καὶ πῶς γένοιτ’ ἂν τἀμὰ κἀκείνων πικρά ;