Οἰδίπους
569 Θησεῦ , τὸ σὸν γενναῖον ἐν σμικρῷ λόγῳ
570 παρῆκεν , ὥστε βραχέα μοι δεῖσθαι φράσαι .
571 σὺ γάρ μ’ ὅς εἰμι κἀφ’ ὅτου πατρὸς γεγὼς
572 καὶ γῆς ὁποίας ἦλθον , εἰρηκὼς κυρεῖς ·
573 ὥστ’ ἐστί μοι τὸ λοιπὸν οὐδὲν ἄλλο πλὴν
574 εἰπεῖν χρῄζω , χὠ λόγος διοίχεται .
Θησεύς
575 τοῦτ’ αὐτὸ νῦν δίδασχ’ , ὅπως ἂν ἐκμάθω .
Οἰδίπους
576 δώσων ἱκάνω τοὐμὸν ἄθλιον δέμας
577 σοὶ δῶρον , οὐ σπουδαῖον εἰς ὄψιν · τὰ δὲ
578 κέρδη παρ’ αὐτοῦ κρείσσον’ μορφὴ καλή .
Θησεύς
579 ποῖον δὲ κέρδος ἀξιοῖς ἥκειν φέρων ;
Οἰδίπους
580 χρόνῳ μάθοις ἄν , οὐχὶ τῷ παρόντι που .
Θησεύς
581 ποίῳ γὰρ σὴ προσφορὰ δηλώσεται ;
Οἰδίπους
582 ὅταν θάνω ’γὼ καὶ σύ μου ταφεὺς γένῃ
Θησεύς
583 τὰ λοίσθι’ αἰτεῖ τοῦ βίου , τὰ δ’ ἐν μέσῳ
584 λῆστιν ἴσχεις δι’ οὐδενὸς ποεῖ .
Οἰδίπους
585 ἐνταῦθα γάρ μοι κεῖνα συγκομίζεται .
Θησεύς
586 ἀλλ’ ἐν βραχεῖ δὴ τήνδε μ’ ἐξαιτεῖ χάριν .
Οἰδίπους
587 ὅρα γε μήν · οὐ σμικρός , οὔχ , ἁγὼν ὅδε .
Θησεύς
588 πότερα τὰ τῶν σῶν ἐκγόνων κἀμοῦ λέγεις ;
Οἰδίπους
589 κεῖνοι κομίζειν κεῖσ’ ἄναξ , χρῄζουσί με .