Τειρεσίας
998 γνώσει , τέχνης σημεῖα τῆς ἐμῆς κλύων .
999 εἰς γὰρ παλαιὸν θᾶκον ὀρνιθοσκόπον
1000 ἵζων , ἵν’ ἦν μοι παντὸς οἰωνοῦ λιμήν ,
1001 ἀγνῶτ’ ἀκούω φθόγγον ὀρνίθων , κακῷ
1002 κλάζοντας οἴστρῳ καὶ βεβαρβαρωμένῳ .
1003 καὶ σπῶντας ἐν χηλαῖσιν ἀλλήλους φοναῖς
1004 ἔγνων · πτερῶν γὰρ ῥοῖβδος οὐκ ἄσημος ἦν .
1005 εὐθὺς δὲ δείσας ἐμπύρων ἐγευόμην
1006 βωμοῖσι παμφλέκτοισιν · ἐκ δὲ θυμάτων
1007 Ἥφαιστος οὐκ ἔλαμπεν , ἀλλ’ ἐπὶ σποδῷ
1008 μυδῶσα κηκὶς μηρίων ἐτήκετο
1009 κἄτυφε κἀνέπτυε , καὶ μετάρσιοι
1010 χολαὶ διεσπείροντο , καὶ καταρρυεῖς
1011 μηροὶ καλυπτῆς ἐξέκειντο πιμελῆς .
1012 τοιαῦτα παιδὸς τοῦδ’ ἐμάνθανον πάρα ,
1013 φθίνοντ’ ἀσήμων ὀργίων μαντεύματα .
1014 ἐμοὶ γὰρ οὗτος ἡγεμών , ἄλλοις δ’ ἐγώ .
1015 καὶ ταῦτα τῆς σῆς ἐκ φρενὸς νοσεῖ πόλις .
1016 βωμοὶ γὰρ ἡμῖν ἐσχάραι τε παντελεῖς
1017 πλήρεις ὑπ’ οἰωνῶν τε καὶ κυνῶν βορᾶς
1018 τοῦ δυσμόρου πεπτῶτος Οἰδίπου γόνου .
1019 κᾆτ’ οὐ δέχονται θυστάδας λιτὰς ἔτι
1020 θεοὶ παρ’ ἡμῶν οὐδὲ μηρίων φλόγα ,
1021 οὐδ’ ὄρνις εὐσήμους ἀπορροιβδεῖ βοάς
1022 ἀνδροφθόρου βεβρῶτες αἵματος λίπος .
1023 ταῦτ’ οὖν , τέκνον , φρόνησον . ἀνθρώποισι γὰρ
1024 τοῖς πᾶσι κοινόν ἐστι τοὐξαμαρτάνειν ·
1025 ἐπεὶ δ’ ἁμάρτῃ , κεῖνος οὐκέτ’ ἔστ’ ἀνὴρ
1026 ἄβουλος οὐδ’ ἄνολβος , ὅστις ἐς κακὸν
1027 πεσὼν ἀκῆται μηδ’ ἀκίνητος πέλῃ .
1028 αὐθαδία τοι σκαιότητ’ ὀφλισκάνει .
1029 ἀλλ’ εἶκε τῷ θανόντι μηδ’ ὀλωλότα
1030 κέντει · τίς ἀλκὴ τὸν θανόντ’ ἐπικτανεῖν ;
1031 εὖ σοι φρονήσας εὖ λέγω . τὸ μανθάνειν δ’
1032 ἥδιστον εὖ λέγοντος , εἰ κέρδος λέγοι .