Κρέων
1033 πρέσβυ , πάντες ὥστε τοξόται σκοποῦ
1034 τοξεύετ’ ἀνδρὸς τοῦδε , κοὐδὲ μαντικῆς
1035 ἄπρακτος ὑμῖν εἰμι · τῶν δ’ ὑπαὶ γένους
1036 ἐξημπόλημαι κἀμπεφόρτισμαι πάλαι .
1037 κερδαίνετ’ , ἐμπολᾶτε τἀπὸ Σάρδεων
1038 ἤλεκτρον , εἰ βούλεσθε , καὶ τὸν Ἰνδικὸν
1039 χρυσόν · τάφῳ δ’ ἐκεῖνον οὐχὶ κρύψετε ,
1040 οὐδ’ εἰ θέλουσ’ οἱ Ζηνὸς αἰετοὶ βορὰν
1041 φέρειν νιν ἁρπάζοντες ἐς Διὸς θρόνους ,
1042 οὐδ’ ὣς μίασμα τοῦτο μὴ τρέσας ἐγὼ
1043 θάπτειν παρήσω κεῖνον · εὖ γὰρ οἶδ’ ὅτι
1044 θεοὺς μιαίνειν οὔτις ἀνθρώπων σθένει .
1045 πίπτουσι δ’ , γεραιὲ Τειρεσία , βροτῶν
1046 χοἰ πολλὰ δεινοὶ πτώματ’ αἴσχρ’ , ὅταν λόγους
1047 αἰσχροὺς καλῶς λέγωσι τοῦ κέρδους χάριν .
Τειρεσίας
1048 φεῦ .
1048a ἆρ’ οἶδεν ἀνθρώπων τις , ἆρα φράζεται ,
Κρέων
1049 τί χρῆμα ; ποῖον τοῦτο πάγκοινον λέγεις ;
Τειρεσίας
1050 ὅσῳ κράτιστον κτημάτων εὐβουλία ;
Κρέων
1051 ὅσῳπερ , οἶμαι , μὴ φρονεῖν πλείστη βλάβη .
Τειρεσίας
1052 ταύτης σὺ μέντοι τῆς νόσου πλήρης ἔφυς .
Κρέων
1053 οὐ βούλομαι τὸν μάντιν ἀντειπεῖν κακῶς .
Τειρεσίας
1054 καὶ μὴν λέγεις , ψευδῆ με θεσπίζειν λέγων .
Κρέων
1055 τὸ μαντικὸν γὰρ πᾶν φιλάργυρον γένος .
Τειρεσίας
1056 τὸ δ’ ἐκ τυράννων αἰσχροκέρδειαν φιλεῖ .