Τειρεσίας
988 Θήβης ἄνακτες , ἥκομεν κοινὴν ὁδὸν
989 δύ’ ἐξ ἑνὸς βλέποντε · τοῖς τυφλοῖσι γὰρ
990 αὕτη κέλευθος ἐκ προηγητοῦ πέλει .
Κρέων
991 τί δ’ ἔστιν , γεραιὲ Τειρεσία , νέον ;
Τειρεσίας
992 ἐγὼ διδάξω , καὶ σὺ τῷ μάντει πιθοῦ .
Κρέων
993 οὔκουν πάρος γε σῆς ἀπεστάτουν φρενός .
Τειρεσίας
994 τοιγὰρ δι’ ὀρθῆς τήνδ’ ἐναυκλήρεις πόλιν .
Κρέων
995 ἔχω πεπονθὼς μαρτυρεῖν ὀνήσιμα .
Τειρεσίας
996 φρόνει βεβὼς αὖ νῦν ἐπὶ ξυροῦ τύχης .
Κρέων
997 τί δ’ ἔστιν ; ὡς ἐγὼ τὸ σὸν φρίσσω στόμα .