Ὀδυσσεύς
1332 ἄκουέ νυν . τὸν ἄνδρα τόνδε πρὸς θεῶν
1333 μὴ τλῇς ἄθαπτον ὧδ’ ἀναλγήτως βαλεῖν ·
1334 μηδ’ βία σε μηδαμῶς νικησάτω
1335 τοσόνδε μισεῖν ὥστε τὴν δίκην πατεῖν .
1336 κἀμοὶ γὰρ ἦν ποθ’ οὗτος ἔχθιστος στρατοῦ ,
1337 ἐξ οὗ ’κράτησα τῶν Ἀχιλλείων ὅπλων ,
1338 ἀλλ’ αὐτὸν ἔμπας ὄντ’ ἐγὼ τοιόνδ’ ἐμοὶ
1339 οὐκ ἀντατιμάσαιμ’ ἄν , ὥστε μὴ λέγειν
1340 ἕν’ ἄνδρ’ ἰδεῖν ἄριστον Ἀργείων , ὅσοι
1341 Τροίαν ἀφικόμεσθα , πλὴν Ἀχιλλέως .
1342 ὥστ’ οὐκ ἂν ἐνδίκως γ’ ἀτιμάζοιτό σοι ·
1343 οὐ γάρ τι τοῦτον , ἀλλὰ τοὺς θεῶν νόμους
1344 φθείροις ἄν . ἄνδρα δ’ οὐ δίκαιον , εἰ θάνοι ,
1345 βλάπτειν τὸν ἐσθλόν , οὐδ’ ἐὰν μισῶν κυρῇς .
Ἀγαμέμνων
1346 σὺ ταῦτ’ , Ὀδυσσεῦ , τοῦδ’ ὑπερμαχεῖς ἐμοί ;
Ὀδυσσεύς
1347 ἔγωγ’ · ἐμίσουν δ’ , ἡνίκ’ ἦν μισεῖν καλόν .
Ἀγαμέμνων
1348 οὐ γὰρ θανόντι καὶ προσεμβῆναί σε χρή ;
Ὀδυσσεύς
1349 μὴ χαῖρ’ , Ἀτρείδη , κέρδεσιν τοῖς μὴ καλοῖς .
Ἀγαμέμνων
1350 τόν τοι τύραννον εὐσεβεῖν οὐ ῥᾴδιον .
Ὀδυσσεύς
1351 ἀλλ’ εὖ λέγουσι τοῖς φίλοις τιμὰς νέμειν .
Ἀγαμέμνων
1352 κλύειν τὸν ἐσθλὸν ἄνδρα χρὴ τῶν ἐν τέλει .
Ὀδυσσεύς
1353 παῦσαι · κρατεῖς τοι τῶν φίλων νικώμενος .