Χορός
1316 ἄναξ , Ὀδυσσεῦ , καιρὸν ἴσθ’ ἐληλυθώς ,
1317 εἰ μὴ ξυνάψων , ἀλλὰ συλλύσων πάρει .
Ὀδυσσεύς
1318 τί δ’ ἔστιν , ἄνδρες ; τηλόθεν γὰρ ᾐσθόμην
1319 βοὴν Ἀτρειδῶν τῷδ’ ἐπ’ ἀλκίμῳ νεκρῷ .
Ἀγαμέμνων
1320 οὐ γὰρ κλύοντές ἐσμεν αἰσχίστους λόγους ,
1321 ἄναξ Ὀδυσσεῦ , τοῦδ’ ὑπ’ ἀνδρὸς ἀρτίως ;
Ὀδυσσεύς
1322 ποίους ; ἐγὼ γὰρ ἀνδρὶ συγγνώμην ἔχω
1323 κλύοντι φλαῦρα συμβαλεῖν ἔπη κακά .
Ἀγαμέμνων
1324 ἤκουσεν αἰσχρά · δρῶν γὰρ ἦν τοιαῦτά με .
Ὀδυσσεύς
1325 τί γάρ σ’ ἔδρασεν , ὥστε καὶ βλάβην ἔχειν ;
Ἀγαμέμνων
1326 οὔ φησ’ ἐάσειν τόνδε τὸν νεκρὸν ταφῆς
1327 ἄμοιρον , ἀλλὰ πρὸς βίαν θάψειν ἐμοῦ .
Ὀδυσσεύς
1328 ἔξεστιν οὖν εἰπόντι τἀληθῆ φίλῳ
1329 σοὶ μηδὲν ἧσσον πάρος ξυνηρετεῖν ;
Ἀγαμέμνων
1330 εἴπ’ · γὰρ εἴην οὐκ ἂν εὖ φρονῶν , ἐπεὶ
1331 φίλον σ’ ἐγὼ μέγιστον Ἀργείων νέμω .