Τεῦκρος
1266 φεῦ · τοῦ θανόντος ὡς ταχεῖά τις βροτοῖς
1267 χάρις διαρρεῖ καὶ προδοῦσ’ ἁλίσκεται ,
1268 εἰ σοῦ γ’ ὅδ’ ἁνὴρ οὐδ’ ἐπὶ σμικρῶν λόγων ,
1269 Αἴας , ἔτ’ ἴσχει μνῆστιν , οὗ σὺ πολλάκις
1270 τὴν σὴν προτείνων προύκαμες ψυχὴν δόρει .
1271 ἀλλ’ οἴχεται δὴ πάντα ταῦτ’ ἐρριμμένα .
1272 πολλὰ λέξας ἄρτι κἀνόητ’ ἔπη ,
1273 οὐ μνημονεύεις οὐκέτ’ οὐδέν , ἡνίκα
1274 ἑρκέων ποθ’ ὑμᾶς οὗτος ἐγκεκλῃμένους ,
1275 ἤδη τὸ μηδὲν ὄντας , ἐν τροπῇ δορὸς
1276 ἐρρύσατ’ ἐλθὼν μοῦνος , ἀμφὶ μὲν νεῶν
1277 ἄκροισιν ἤδη ναυτικοῖς ἑδωλίοις
1278 πυρὸς φλέγοντος , εἰς δὲ ναυτικὰ σκάφη
1279 πηδῶντος ἄρδην Ἕκτορος τάφρων ὕπερ ;
1280 τίς ταῦτ’ ἀπεῖρξεν ; οὐχ ὅδ’ ἦν δρῶν τάδε ,
1281 ὃν οὐδαμοῦ φής , οὗ σὺ μή , βῆναι ποδί ;
1282 ἆρ’ ὑμὶν οὗτος ταῦτ’ ἔδρασεν ἔνδικα ;
1283 χὤτ’ αὖθις αὐτὸς Ἕκτορος μόνος μόνου
1284 λαχών τε κἀκέλευστος ἦλθ’ ἐναντίος ,
1285 οὐ δραπέτην τὸν κλῆρον ἐς μέσον καθείς ,
1286 ὑγρᾶς ἀρούρας βῶλον , ἀλλ’ ὃς εὐλόφου
1287 κυνῆς ἔμελλε πρῶτος ἅλμα κουφιεῖν ;
1288 ὅδ’ ἦν πράσσων ταῦτα , σὺν δ’ ἐγὼ παρών ,
1289 δοῦλος , οὑκ τῆς βαρβάρου μητρὸς γεγώς .
1290 δύστηνε , ποῖ βλέπων ποτ’ αὐτὰ καὶ θροεῖς ;
1291 οὐκ οἶσθα σοῦ πατρὸς μὲν ὃς προύφυ πατὴρ
1292 ἀρχαῖον ὄντα Πέλοπα βάρβαρον Φρύγα ;
1293 Ἀτρέα δ’ , ὃς αὖ σ’ ἔσπειρε δυσσεβέστατον ,
1294 προθέντ’ ἀδελφῷ δεῖπνον οἰκείων τέκνων ;
1295 αὐτὸς δὲ μητρὸς ἐξέφυς Κρήσσης , ἐφ’
1296 λαβὼν ἐπακτὸν ἄνδρ’ φιτύσας πατὴρ
1297 ἐφῆκεν ἐλλοῖς ἰχθύσιν διαφθοράν .
1298 τοιοῦτος ὢν τοιῷδ’ ὀνειδίζεις σποράν ;
1299 ὃς ἐκ πατρὸς μέν εἰμι Τελαμῶνος γεγώς ,
1300 ὅστις στρατοῦ τὰ πρῶτ’ ἀριστεύσας ἐμὴν
1301 ἴσχει ξύνευνον μητέρ’ , φύσει μὲν ἦν
1302 βασίλεια , Λαομέδοντος · ἔκκριτον δέ νιν
1303 δώρημα κείνῳ ’δωκεν Ἀλκμήνης γόνος .
1304 ἆρ’ ὧδ’ ἄριστος ἐξ ἀριστέοιν δυοῖν
1305 βλαστὼν ἂν αἰσχύνοιμι τοὺς πρὸς αἵματος ,
1306 οὓς νῦν σὺ τοιοῖσδ’ ἐν πόνοισι κειμένους
1307 ὠθεῖς ἀθάπτους , οὐδ’ ἐπαισχύνει λέγων ;
1308 εὖ νυν τόδ’ ἴσθι , τοῦτον εἰ βαλεῖτέ που ,
1309 βαλεῖτε χἠμᾶς τρεῖς ὁμοῦ συγκειμένους .
1310 ἐπεὶ καλόν μοι τοῦδ’ ὑπερπονουμένῳ
1311 θανεῖν προδήλως μᾶλλον τῆς σῆς ὑπὲρ
1312 γυναικός , τοῦ σοῦ γ’ ὁμαίμονος λέγω ;
1313 πρὸς ταῦθ’ ὅρα μὴ τοὐμόν , ἀλλὰ καὶ τὸ σόν ·
1314 ὡς εἴ με πημανεῖς τι , βουλήσει ποτὲ
1315 καὶ δειλὸς εἶναι μᾶλλον ’ν ἐμοὶ θρασύς .