Αἴας
555 ἕως τὸ χαίρειν καὶ τὸ λυπεῖσθαι μάθῃς .
556 ὅταν δ’ ἵκῃ πρὸς τοῦτο , δεῖ σ’ ὅπως πατρὸς
557 δείξεις ἐν ἐχθροῖς , οἷος ἐξ οἵου ’τράφης .
558 τέως δὲ κούφοις πνεύμασιν βόσκου , νέαν
559 ψυχὴν ἀτάλλων , μητρὶ τῇδε χαρμονήν .
560 οὔτοι σ’ Ἀχαιῶν , οἶδα , μή τις ὑβρίσῃ
561 στυγναῖσι λώβαις , οὐδὲ χωρὶς ὄντ’ ἐμοῦ .
562 τοῖον πυλωρὸν φύλακα Τεῦκρον ἀμφί σοι
563 λείψω τροφῆ τ’ ἄοκνον ἔμπα , κεἰ τανῦν
564 τηλωπὸς οἰχνεῖ , δυσμενῶν θήραν ἔχων .
565 ἀλλ’ , ἄνδρες ἀσπιστῆρες , ἐνάλιος λεώς ,
566 ὑμῖν τε κοινὴν τήνδ’ ἐπισκήπτω χάριν ,
567 κείνῳ τ’ ἐμὴν ἀγγείλατ’ ἐντολήν , ὅπως
568 τὸν παῖδα τόνδε πρὸς δόμους ἐμοὺς ἄγων
569 Τελαμῶνι δείξει μητρί τ’ , Ἐριβοίᾳ λέγω ,
570 ὥς σφιν γένηται γηροβοσκὸς εἰσαεί ,
571 [ μέχρις οὗ μυχοὺς κίχωσι τοῦ κάτω θεοῦ ] ,
572 καὶ τἀμὰ τεύχη μήτ’ ἀγωνάρχαι τινὲς
573 θήσουσ’ Ἀχαιοῖς μήθ’ λυμεὼν ἐμός .
574 ἀλλ’ αὐτό μοι σύ , παῖ , λαβὼν ἐπώνυμον ,
575 Εὐρύσακες , ἴσχε διὰ πολυρράφου στρέφων
576 πόρπακος , ἑπτάβοιον ἄρρηκτον σάκος ·
577 τὰ δ’ ἄλλα τεύχη κοίν’ ἐμοὶ τεθάψεται .
578 ἀλλ’ ὡς τάχος τὸν παῖδα τόνδ’ ἤδη δέχου
579 καὶ δῶμα πάκτου , μηδ’ ἐπισκήνους γόους
580 δάκρυε · κάρτα τοι φιλοίκτιστον γυνή .
581 πύκαζε θᾶσσον · οὐ πρὸς ἰατροῦ σοφοῦ
582 θρηνεῖν ἐπῳδὰς πρὸς τομῶντι πήματι .